Να μη μπορούν να κυβερνήσουν!

Η αστική τάξη γνωρίζει πότε κινδυνεύει: Όταν οι κάτω δεν αντέχουν και οι πάνω δεν μπορούν πια να κυβερνήσουν.

Το πρώτο το διαχειρίζεται αναδιανέμοντας κάθε φορά διάφορα ψίχουλα, έτσι που να αυξάνει διαρκώς το χρόνο αντοχής των από κάτω, που εκπαιδεύονται διαρκώς να ζουν με όλο και πιο μειωμένες απαιτήσεις.

Για το δεύτερο δοκιμάζει διάφορα μοντέλα διακυβέρνησης έτσι που ξεγελώντας με κάθε φορά διαφορετική φιλολαϊκή λεοντή να παρατείνει το χρόνο διατήρησής της στην εξουσία.

Γνωρίζει πως αργά ή γρήγορα έρχεται και η πικρή στιγμή. Αυτήν πασχίζει να αποφύγει.

Τις τελευταίες μέρες, μ' αφορμή και την κατ' έθιμο παρουσία της κυβέρνησης στη ΔΕΘ, έγινε προσπάθεια να αναθερμανθεί η λαϊκή ελπίδα, ότι δεν είναι όλα μαύρα, ότι πράγματι υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ. Μόνο που το πρόβλημά τους πια είναι η ίδια η καπιταλιστική κρίση, που σημαίνει το ίδιο το αδιέξοδο του συστήματος που για να συνεχίσει τον κύκλο του πρέπει για να εξασφαλίσει κέρδη σε όλο και πιο λίγους να γονατίσει όλο και πιο πολλούς. Ετσι ξέμειναν και από εξαγγελίες, τόσο που να καταφεύγουν στο παλιό γνωστό «γιακωβίνικο»: Να βαφτίζουν το κρέας ψάρι.

Ομως, για τα λαϊκά στρώματα οδηγός είναι η ίδια η ζωή τους. Κι αυτή όταν έρχεται η ώρα να πληρωθεί ο λογαριασμός δεν καλύπτεται από χαρακτηρισμούς όπως «εξορθολογισμός τιμολογίων» αφού πρόκειται για καθαρό χαράτσι, όπως στην περίπτωση της ΔΕΗ.

Σε ορισμένα πράγματα δεν μπορεί να κρυφτεί η διάσταση που έχουν: Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι θα αυξήσει το ρεύμα για να μπορούν οι ιδιώτες που μπαίνουν στην παραγωγή να έχουν υψηλή κερδοφορία. Το ρεύμα λοιπόν θα αυξηθεί. Και πού; Εκεί που υπάρχουν οι πολλοί πελάτες. Στα λαϊκά στρώματα. Αυτό το χαράτσι δεν αφορά δαπάνη που μπορείς να αποφύγεις, είναι ταυτόσημο με τη ζωή. Αρα εξασφαλισμένα κέρδη. Τέτοιες αποφάσεις είναι που αποδεικνύουν για ποιον δουλεύει η κυβέρνηση. Και τέτοιες αποφάσεις όταν δεν μπορούν να πείσουν ως «φιλολαϊκές» είναι που φτάνουν τα πράγματα στο οι κάτω δεν αντέχουν και οι πάνω δεν μπορούν να κυβερνήσουν.

Το κύριο άρθρο στην «Καθημερινή» είναι χαρακτηριστικό του αδιεξόδου που βρίσκεται η αστική πολιτική. Λέει πως είναι κακοί οι πολλοί φόροι, που όμως γεμίζουν το κρατικό ταμείο, ζητάει ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή ακόμα πιο χαμηλούς μισθούς, το κόψιμο των οποίων όμως θεωρεί άδικο. Εστιάζει τη λύση στο δήθεν νοικοκύρεμα του κράτους. Ομως αυτό το κράτος υπάρχει και λειτουργεί για το κεφάλαιο. Ο,τι κοπεί σ' αυτή τη λειτουργία δημιουργεί πρόβλημα στο κεφάλαιο. Δε ζητάνε, λοιπόν, πράγματι περικοπές στο κράτος. Ζητάνε κι άλλο κόψιμο σε κοινωνικές δαπάνες. Αυτές όμως έχουν ήδη πιάσει πάτο. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, οπότε επόμενη γραμμή άμυνάς τους αναδεικνύουν το Παπανδρεϊκό «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε».

Η απάντηση είναι μόνο μία: Ας βουλιάξουν.

Οι αλλαγές στις οποίες αναφέρονται δεν είναι άλλο από ανατροπές στα εργατικά δικαιώματα προς τα κάτω. Κι αυτό την ώρα που όλα γύρω μας (το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων) μαρτυρούν πως τα χτεσινά δικαιώματα όχι μόνο δεν πρέπει να κοπούν αλλά και να διευρυνθούν - πολλαπλασιαστούν.

Στην τρομοκρατία του «βουλιάζουμε» που ασκούν το κεφάλαιο και η κυβέρνησή του, η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από τη λαϊκή οργάνωση για την αντίσταση και τη διεκδίκηση. Μέρος αυτής της πάλης και η εκλογική. Οπου καμιά παραλλαγή της κεντρικής πολιτικής δεν πρέπει να βγει ενισχυμένη. Οι αστοί στα άρθρα τους λένε καθαρά πως περιμένουν στις εκλογές επιβράβευση.

Ισχύει κι εδώ το «καμιά ανάσα». Δεν πρέπει να τους δοθεί ανάσα να κυβερνούν. Τα πράγματα είναι ήδη εκεί που οι κάτω δεν αντέχουν. Πρέπει και οι πάνω να μην μπορούν να κυβερνήσουν.

Τα παλλαϊκά συλλαλητήρια που οργανώνονται για τις 23 του Σεπτέμβρη είναι ο επόμενος αγωνιστικός σταθμός. Αλλά σ' αυτά δεν αρκεί να φτάσουμε για να δηλώσουμε την παρουσία μας. Το νέο στοιχείο που πρέπει να εκφράζεται με κάθε ευκαιρία είναι η ίδια η λαϊκή οργάνωση γύρω από τους άμεσους στόχους πάλης (τώρα, για παράδειγμα, η αποτροπή των αυξήσεων σε πετρέλαιο και είδη πρώτης ανάγκης) σε συνδυασμό με τα κεντρικά αιτήματα που γεννά η συνείδηση ότι αυτό το σύστημα έχει φάει πια τα ψωμιά του.

Ο λαϊκός ξεσηκωμός πρέπει να εκφραστεί και σαν ποσότητα και σαν ποιότητα.