ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ – ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

 

Α) Βασικοί όροι και θεωρητικές αρχές.

Το ζήτημα της εκπαίδευσης – επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών συνδέεται άμεσα με τη φιλοσοφία και τη συνολική αντίληψη προσέγγισης στη δομή, στο περιεχόμενο και στη λειτουργία της σχολικής εκπαίδευσης. Επιτακτική ανάγκη της εποχής είναι η παροχή γενικής παιδείας μέσα από πολυδιάστατες γνώσεις σχετικές με τη φύση και τη κοινωνία. Οι γνώσεις αυτές εστιάζονται, αξονίζονται και στοχεύουν στη διαπαιδαγώγηση των νέων. Πρωταρχικό εργαλείο γνώσης και διαπαιδαγώγησης αποτελεί το ενιαίο, 12χρονο, υποχρεωτικό, δημόσιο σχολείο, ως συνέχεια της δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής. Η λειτουργία του επιδιώκει την κατάργηση του ταξικού διαχωρισμού των μαθητών, γιαυτό οι επιδόσεις, οι επαγγελματικές επιδιώξεις και κοινωνικές αναπαραγωγές είναι έξω από το χαρακτήρα και την αποστολή του. Το περιεχόμενο του 12χρονου  συνδέει θεωρία και πράξη, πέρα από επιφανειακούς εγκυκλοπαιδισμούς ή πρόωρες εξειδικεύσεις. Αρνείται την υποκατάσταση της γνώσης από τις πληροφορίες, αξιοποιεί τα επιτεύγματα των επιστημών σαν μέσα για τη βαθύτερη γνώση και κατανόηση της αντικειμενικής πραγματικότητας και όργανα διαμόρφωσης μιας συνολικής προσωπικότητας με θετική – ενεργητική συμμετοχή στην πορεία της κοινωνικής εξέλιξης.

Καθοριστικό παράγοντα λειτουργίας του 12χρονου σχολείου αποτελεί ο εκπαιδευτικός, ο οποίος πρέπει να κατέχει την υψηλή τέχνη  να οδηγεί το νέο άνθρωπο στη συναρπαστική περιπέτεια της γνώσης και της ζωής, στον παραπέρα δηλαδή εξανθρωπισμό του, όπως τονίζει ο Ένγκελς. Η ευθύνη του δασκάλου απέναντι στην κοινωνία είναι μεγάλη, αλλά και αντίστοιχα της κοινωνίας απέναντί του, στους τομείς της στήριξής του με όλα τα μέσα, στην αναβάθμιση των υλικών όρων διαβίωσης και εργασίας, στη διασφάλιση της συμμετοχής του στην εκπαιδευτική διαδικασία, ζωή και πράξη με δημοκρατία, ευαισθησία και βούληση. Πάνω από όλα, καθήκον της κοινωνίας και υποχρέωση του κράτους είναι η παροχή υψηλού επιπέδου μόρφωσης και συνεχούς επιμόρφωσης στους εκπαιδευτικούς, που σε καμιά περίπτωση δε θα πρέπει να έχει το χαρακτήρα ρηχής και εφήμερης κατάρτισης, όπως πρόσφατα επιχειρείται από τις ανάγκες της αγοράς και των αναδιαρθρώσεων, στο όνομα της  διά βίου μάθησης. Σε αυτή τη βάση τοποθετούμε το ζήτημα της αρχικής εκπαίδευσης – επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης των δασκάλων.

 

Β) Εκπαίδευση των Δασκάλων – Ενιαίες Παιδαγωγικές Σχολές

Πρωταρχικά επιστημονικά εφόδια του δασκάλου αποτελούν: α) Η ολοκληρωμένη παιδαγωγική – επιστημονική συγκρότηση β) Η ικανότητα δημιουργικής εφαρμογής των παιδαγωγικών αρχών στους τομείς της γενικής και ειδικής διδακτικής και των συγγενικών επιστημών της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας και γ) Η υψηλή μόρφωση στις ειδικές επιστήμες, που αντιστοιχούν στην ειδικότητά του, καθώς και δ) η ενίσχυση της ικανότητάς του στην ερευνητική μεθοδολογία. Θεμέλιο όλων αυτών είναι η σοβαρή μελέτη και γνώση της φιλοσοφίας,  έτσι ώστε ο εκπαιδευτικός να κατέχει σε βάθος ένα σύστημα θεώρησης του κόσμου, στο οποίο θα εντάσσονται οργανικά - αρμονικά οι επιμέρους γνώσεις  και εμπειρίες. Προβάλλει λοιπόν επιτακτικά η ανάγκη ενιαιοποίησης της εκπαίδευσης των δασκάλων σε Παιδαγωγικές Σχολές 4ετούς φοίτησης. Αυτές θα διαφοροποιούνται σε τμήματα ειδίκευσης, όπου θα εκπαιδεύονται δάσκαλοι ξεχωριστών ειδικοτήτων, ανάλογα με τα μαθήματα και τις τάξεις που θα διδάξουν στο σχολείο, και σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες των μαθητών (π.χ. ηλικία, μαθησιακές δυσκολίες, ειδική αγωγή κλπ). Οι σπουδές σε κάθε τμήμα θα περιλαμβάνουν ένα και μόνο κύκλο, ο οποίος θα οδηγεί στο πτυχίο μετά από την ευδόκιμη επίδοση των φοιτητών σε θεωρητική γνώση, πρακτικές ασκήσεις, εκπόνηση εργασιών, σχετική έρευνα και εξετάσεις. Είμαστε αντίθετοι με την υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών και τη μετάθεση της επιστημονικής ειδικής εργασίας  σε κύκλους Μάστερ ή διδακτορικά. Μεταπτυχιακές σπουδές θα πρέπει να υπάρχουν για όσους το επιθυμούν με κρατική χρηματοδότηση, χωρίς δίδακτρα, με διευκολύνσεις όπως, χρηματική αμοιβή, απόσπαση από το σχολείο κλπ, για να μην καθορίζεται το ακαδημαϊκό και στελεχικό δυναμικό με ταξικά κριτήρια. Στη σχολική ζωή ο μεταπτυχιακός τίτλος είναι απλά ένα κριτήριο για διοικητική θέση, σε καμιά περίπτωση όμως, δεν μπορεί να είναι απαιτούμενο για διορισμό.

Η ποιοτική στάθμη των Ενιαίων Παιδαγωγικών Σχολών οφείλει να βρίσκεται ψηλά στην υλικοτεχνική υποδομή, στο διδακτικό – ερευνητικό προσωπικό, στο περιεχόμενο της γνώσης και της πράξης. Το περιεχόμενο των σπουδών εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης θα εστιάζεται στη διαλεκτική συνάρτηση θεωρίας και πράξης, μέσα από την ενεργητική συμμετοχή των φοιτητών στην έρευνα, αλλά και στην παρέμβαση με τη διαρκή εμπειρία στη σχολική πραγματικότητα και  τάξη. Το ανέβασμα από τη θεωρία στην πράξη με κανόνες πρακτικής εφαρμογής, δε σημαίνει μηχανιστικές συνταγές και τυποποιημένα σχήματα όπως γίνεται σήμερα. Η επιστημολογική αρχή  που διέπει αυτές τις διαδικασίες είναι η γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας με πρωτόβουλη και σφαιρική δραστηριότητα του υποψήφιου δασκάλου στη βιβλιοθήκη, στο εργαστήριο, στο σχολείο, στη φύση και στην κοινωνία. Κάθε Τμήμα Παιδαγωγικών Σχολών θα έχει το δικό του ενιαίο πρόγραμμα, το οποίο δε διαχωρίζει παιδαγωγικές σπουδές από σπουδές ειδίκευσης, αντίθετα συνδέει σε μια οργανική ενότητα γνωστικούς τομείς με παιδαγωγικές και ειδικές επιστήμες. Η πρακτική άσκηση των φοιτητών στο παιδαγωγικό – διδακτικό τους έργο πρέπει να γίνεται κλιμακωτά και σε πραγματικές συνθήκες. Αρχικά  να παρακολουθούν και να μελετούν κάποιες ώρες διδασκαλίας, στη συνέχεια να αναλαμβάνουν διδασκαλίες και τέλος τη συνολική ευθύνη μιας τάξης σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όλα αυτά βέβαια μετά την ολοκλήρωση ενός αρχικού σταδίου θεωρητικής προσέγγισης της γνώσης – διαπαιδαγώγησης και διδασκαλίας.

 

 Γ) Επιμόρφωση των Εκπαιδευτικών.

Τεράστια σημασία έχει η διαρκής επιμόρφωση του εκπαιδευτικού στη μακρόχρονη πορεία του για τους εξής λόγους: Πρώτο, για να αποκτήσει ο εκπαιδευτικός σύγχρονη γνώση, καθώς η επιστήμη και η κοινωνία συνεχώς εξελίσσονται. Δεύτερο, για να φρεσκάρει το γνωστικό του υπόβαθρο που ολοένα υποχωρεί και ξεθωριάζει από την καθημερινή ρουτίνα. Τρίτο, για να μπορεί να απαντά σε ερωτήματα και προβλήματα από τις νέες έντονες και ανησυχητικές καταστάσεις που προκύπτουν στο σχολείο.

Η επιμόρφωση λοιπόν πρέπει να είναι υποχρεωτική και δυνατή για όλους και να στηρίζεται στη στέρεη επιστημονική γνώση του πτυχίου. Η θέση μας αυτή σηματοδοτεί τη ριζική αντίθεση με την κατάρτιση και δια βίου εκπαίδευση που προβάλλει η Ε.Ε. Η Ε.Ε. των μονοπωλίων  πιστή στη λογική της αγοράς και στα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, προωθεί τη σύντομη και επιφανειακή αρχική εκπαίδευση, έτσι ώστε η μετεκπαίδευση να συντελείται σε σεμινάρια, ημερίδες κατά τις ανάγκες της στιγμής, για απόκτηση επιμέρους δεξιοτήτων που δεν έχουν καμιά σχέση με το βάθος και το πλάτος της πραγματικής γνώσης. Αυτό σημαίνει, ένα δάσκαλο με σύντομες σπουδές, με ληξιπρόθεσμες καταρτίσεις, οδηγίες και συνταγές μέσα σε επισφαλείς και ελαστικές εργασιακές σχέσεις. Η ευρωπαϊκή «επιμόρφωση» αποσκοπεί στην ενίσχυση του εκτελεστικού ρόλου των εκπαιδευτικών σε άνωθεν εντολές, στη συρρίκνωση της επιστημονικής τους δυνατότητας και στην αναίρεση του παιδαγωγικού τους έργου. Οι αναδιαρθρώσεις θέλουν έναν δάσκαλο χρονομέτρη επιδόσεων, προπονητή δεξιοτήτων, γυμναστή της χειραγώγησης, διεκπεραιωτή της επιχειρηματικής δράσης στην εκπαίδευση. Το ζήτημα έχει κατεξοχήν πολιτική διάσταση. Η αναβάθμιση της παιδείας προς όφελος του λαού χρειάζεται δασκάλους δημιουργούς και παιδαγωγούς, αντίθετα η υποβάθμισή της απαιτεί εκπαιδευτικούς μιας χρήσης, τυφλούς διεκπεραιωτές του συστήματος και τίποτα άλλο. Από αυτήν λοιπόν την οπτική γωνία προτείνουμε την επιμόρφωση να αναλάβουν κατά αποκλειστικότητα οι Πανεπιστημιακές Σχολές εκπαίδευσης με μόνιμα τμήματα επιμόρφωσης, στελέχωση – εξοπλισμό και αξιοποίηση όλης της θετικής πείρας και θεωρητικής γνώσης σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς και με το συνυπολογισμό της παιδαγωγικής και διδακτικής εμπειρίας των επιμορφούμενων εκπαιδευτικών, εφόσον αυτοί έχουν διαφορετικό σημείο εκκίνησης από τους φοιτητές και σοβαρή εμπειρία από τη μάχιμη άσκηση της παιδαγωγικής στα σχολεία. Οι απόψεις τους θα πρέπει να αποτελούν πρωτογενές υλικό.

Τα τμήματα επιμόρφωσης  είναι απαραίτητο να βρίσκονται σε στενή επαφή με εκείνα της προπτυχιακής και μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, να συνεργάζονται στη διδακτική και ερευνητική εργασία και να εντάσσονται στο ενιαίο σύνολο κάθε παιδαγωγικής σχολής, εκεί όπου παράγεται και μεταδίδεται η παιδαγωγική γνώση και πείρα. Σε αυτά τα τμήματα λοιπόν προτείνουμε να οργανωθεί η επιμόρφωση όλων των εκπαιδευτικών σε συστηματική – περιοδική βάση (κάθε πέντε χρόνια και να είναι ετήσια), με απόσπαση από τα διδακτικά τους καθήκοντα. Όταν πάλι, ανακύπτουν επίκαιρες ανάγκες σε θέματα αιχμής, π.χ. εισαγωγή νέων μαθημάτων, βιβλίων, μεθόδων, τα ίδια τμήματα να μπορούν να οργανώνουν σύντομης διάρκειας επιμορφωτικές διαδικασίες. Με αυτή τη λογική είμαστε αντίθετοι με την εισαγωγική επιμόρφωση που υποβαθμίζει τα πτυχία, τις ανάγκες και κατατάσσει. Το ίδιο διαφωνούμε με τη μετάθεση της «επιμόρφωσης» στον ΟΕΠΕΚ, το ΛΑΕΚ, τους επιχειρηματικούς ομίλους, το ΚΕΜΕΤΕ, το ΙΠΕΜ, τα ΠΣΕ ή τα ανοιχτά Πανεπιστήμια της αποκεντρωμένης κερδοσκοπίας. Δε δεχόμαστε τα προγράμματα εξομοίωσης, σεμιναριακές ολιγόωρες επιμορφώσεις επί πληρωμή από Πανεπιστήμια ή επιστημονικές ενώσεις, τα ΠΕΚ ή την ενδοσχολική επιμόρφωση συνολικά. Όλα αυτά παραπέμπουν  στα όσα συμβαίνουν στη Γερμανία και τη Μ. Βρετανία, όπου την παιδαγωγική κατάρτιση των μελλοντικών δασκάλων αναλαμβάνει η ίδια υπηρεσία ακόμα και σε επίπεδο σχολικής μονάδας (Referendariatzeit).

Κατά τη γνώμη μας σε επίπεδο σχολικής μονάδας οι εκπαιδευτικοί πρέπει συλλογικά να επεξεργάζονται κάθε είδος επιστημονικού, παιδαγωγικού, ψυχολογικού και κοινωνικού προβλήματος. Τέτοιες διερευνήσεις πρέπει να συνδέονται με τους σχολικούς συμβούλους και τους ερευνητές των Παιδαγωγικών Σχολών για τον προβληματισμό και τον εμπλουτισμό της έρευνας στα ΑΕΙ. Προτείνουμε δηλαδή μιαν αλυσίδα επικοινωνίας – συνεργασίας μεταξύ ΑΕΙ και σχολείων με ενδιάμεσα όργανα τους σχολικούς συμβούλους, έτσι ώστε με υπευθυνότητα και συλλογικότητα να διακινούνται ζητήματα και απόψεις για να καταστρώνονται τα επιμορφωτικά προγράμματα με κριτήριο τα καθημερινά προβλήματα και τις ελλείψεις των δασκάλων. Οι σχολικοί σύμβουλοι και Πανεπιστημιακοί να ενθαρρύνουν παραπέρα δραστηριότητες των εκπαιδευτικών, όπως μελέτες, άρθρα, βιβλία, έρευνες για να ενισχύεται η ουσιαστική συμμετοχή τους στην εκπόνηση των προγραμμάτων της επιμόρφωσης, ακόμη και μέσα από τους συλλόγους και τις Ομοσπονδίες με λειτουργία εκπαιδευτικών επιτροπών σε αντίθεση με τις ψευτοεπιστημονικές δράσεις των ΚΕΜΕΤΕ και ΙΠΕΜ, ινστιτούτων χειραγώγησης, διαχείρισης και ταξικού αποπροσανατολισμού των συνδικάτων.

Συνοψίζοντας, οι προτάσεις μας κινούνται στον αντίποδα της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής  του κεφαλαίου, όπως αυτή εκφράζεται από την Ε.Ε., τον ΟΟΣΑ, την ΟΝΕ, τον ΣΕΒ και τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις του ευρωμονόδρομου. Οι θέσεις μας, αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής, παιδαγωγικής και πολιτικής επεξεργασίας και κατατίθενται στο εκπαιδευτικό κίνημα, στους μαθητές, στους γονείς και τους εργαζόμενους, σαν επιμέρους προτάσεις για ριζικές αλλαγές στην εκπαίδευση, στο πλαίσιο μιας άλλης πραγματικά λαϊκής πολιτικής και εξουσίας, που μόνο με αντεπίθεση ο λαός μπορεί να επιβάλει.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΛΩΜΑΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΠΑΜΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

 ΣΤΟ Δ.Σ. ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΣΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ ΣΤΙΣ 22 ΚΑΙ 23 ΜΑΪΟΥ  ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΟΡΓΑΝΩΣΑΝ

ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΑΓΩΓΗΣ  ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ»