ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΜΠΟΛΓΚΕΣΤΑΪΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

 

Ολοταχώς για την ενιαία αγορά εκπαίδευσης.

(ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΕ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ)

Οι συνθήκες της Νίκαιας και της Λισσαβόνας (2000-2002) αποφάσισαν τη μετάθεση της οδηγίας Μπολγκεστάιν στις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Στη σύνοδο κορυφής της Λισσαβόνας (2000) η εκπαίδευση ορίστηκε ως το μέγιστο εργαλείο για την πραγματοποίηση των καθέκαστα οικονομικών στόχων « να γίνει η οικονομία της γνώσης στην Ε.Ε. το 2010, η πιο δυναμική και η πιο ανταγωνιστική του κόσμου».Ήδη από το 2007 η οδηγία μετατίθεται σταδιακά και στην εκπαίδευση, η οποία θεωρείται υπηρεσία, γιαυτό η οδηγία πρέπει να εφαρμοστεί στο σύνολό της και σε αυτόν τον τομέα. Προς  το παρόν, πολλά κράτη- μέλη της Ε.Ε. βρίσκονται στο στάδιο της προετοιμασίας με επισκόπηση της εκπαιδευτικής τους νομοθεσίας, έτσι ώστε αυτή να ελεγχθεί αν είναι σύμφωνη με τους κανόνες της οδηγίας. Κατά τα άλλα, η Ε.Ε. των μονοπωλίων διατυμπανίζει σαν βασική της αρχή την επικουρικότητα. Το μη δεσμευτικό και παρεμβατικό δηλαδή χαρακτήρα των εντολών της, που δήθεν έχουν μόνο ενισχυτικό- συμπληρωματικό ρόλο και σέβονται τάχα την αυτονομία της νομοθεσίας στα κράτη μέλη.

 

Το φάντασμα Μπολγκεστάιν, αντιδράσεις- παρενέργειες.

 

Στις χώρες της Ε.Ε. σε επίπεδο συνδικάτων, αρθρογραφίας στον τύπο και στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκφράζονται ανησυχίες και ενστάσεις για τη μεταφορά της οδηγίας στις δημόσιες υπηρεσίες.  Την Ευρωπαϊκή Επιτροπή απασχολούν κυρίως οι παρενέργειες στο χρόνο εργασίας από την απελευθέρωση (διάβαζε ιδιωτικοποίηση) των δημοσίων υπηρεσιών. Πρωταρχικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η επιτροπή της ETUCE ενδιαφέρονται να βρουν τρόπους όχι για να ακυρώσουν την οδηγία, αλλά να αμβλύνουν την ένταση και τις αντιδράσεις που γεννά και να απορροφήσουν τους κραδασμούς και τις αναταράξεις, που θα προκαλέσει η πλήρης εφαρμογή της. Γιαυτό ψάχνουν μεθοδικά τους όρους μιας στοιχειώδους εγγύησης για το ελάχιστο των κοινωνικών δικαιωμάτων που καταργούνται σταδιακά.

 

Παρενέργειες της Οδηγίας

 

Ø      Οι δημόσιες υπηρεσίες μαζί και η εκπαίδευση εξωθούνται από δήθεν δημοσιονομικές και οικονομικές πιέσεις να λειτουργήσουν ανταποδοτικά με ιδιωτικά – οικονομικά κριτήρια. Εντάσσονται και υποτάσσονται στην εσωτερική αγορά και τους νόμους της, ενώ οι επιχειρήσεις υπερπλουτίζουν και το μονοπωλιακό ευρωπαϊκό  κεφάλαιο συσσωρεύει αμύθητη υπεραξία, απόλυτη σε αυτή τη συγκυρία.

Ø      Κάθε είδος- δημόσιου – κοινωνικού αγαθού ιδιωτικοποιείται, μπαίνει στη δίνη του ανταγωνισμού. Με την υπερίσχυση των «ελευθεριών» της αγοράς, κάθε έννοια δημόσιας – δωρεάν παροχής και κάθε αυταπάτη  για το κοινωνικό προφίλ της Ευρώπης εξατμίζεται και αποκαλύπτεται το άγριο ιμπεριαλιστικό και εκμεταλλευτικό πρόσωπο της Ε.Ε.

 

Διακυβεύονται και αναιρούνται:

Ø      Η όποια σχετικότατη αυτονομία των συνδικάτων προϋπήρχε απέναντι στην εξουσία, ενώ καταργούνται  θεμελιώδη δικαιώματα και κατακτήσεις του εργατικού κινήματος.

Ø      Κάθετι θετικό στα μέχρι τώρα εθνικά συστήματα των δημοσίων υπηρεσιών και της εκπαίδευσης.

Ø      Οι ΣΣΕ, που δέχονται ισχυρότατο πλήγμα και ολοένα εξατομικεύονται σε συμβάσεις προσώπων με την εργοδοσία ή αποδεκατισμένων - ολιγάριθμων κλάδων με πλήρη αδυναμία διαπραγμάτευσης, εξαιτίας της ενσωμάτωσης του συνδικαλισμού και του κατακερματισμού των εργαζομένων.

Ø      Το δικαίωμα στην απεργία, που περιστέλλεται και ναρκοθετείται.

Ø      Τα ασφαλιστικά – συνταξιοδοτικά δικαιώματα των υπαλλήλων, τα οποία μπαίνουν σε τροχιά ιδιωτικοποίησης, που απαιτεί να καλύπτουν με δικές τους και μόνο εισφορές το μεγαλύτερο μέρος της βασικής σύνταξης με ταυτόχρονη κατάργηση της επικουρικής.  Η εντοπιότητα της απασχόλησης στα κράτη μέλη μέσα από διασυνοριακές μετακινήσεις των εργαζομένων και με χειρότερους όρους αμοιβής και εργασίας.

 

Ειδικότερα για την εκπαίδευση.

 

Ø      Ο δημόσιος και κατ` επίφαση δωρεάν χαρακτήρας της εκπαίδευσης αναιρείται. Κυριαρχούν ταξικές διαφοροποιήσεις σε αντίθεση με τον όποιο ενιαίο χαρακτήρα διέθετε η εκπαίδευση στην Ε.Ε. την περασμένη 20ετία ως προς τη δομή  και τα σχολικά προγράμματα.

Ø      Δημιουργείται μια «ενιαία» αγορά εκπαίδευσης πολλών κατηγοριών για όλες τις βαθμίδες, από το Νηπιαγωγείο μέχρι τα μεταπτυχιακά τμήματα των ΑΕΙ.

Ø      Η ελεύθερη διακίνηση υπηρεσιών εκπαίδευσης ( Μάαστριχτ- Οδηγία Μπολγκεστάιν) ενισχύει μαζί με άλλα μέτρα τη χρηματοδότηση- επέκταση της ιδιωτικής εκπαίδευσης πανευρωπαϊκά. Παρατηρείται μεγάλη αύξηση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της τηλεκπαίδευσης σε όλες τις χώρες, με ιδιοκτήτες ιδιωτικούς επιχειρηματικούς ομίλους, που θα καλύπτονται από τους νόμους του ανταγωνισμού της Ε.Ε. Όπου ολοκληρώνεται η αποκέντρωση (Βρετανία, Ολλανδία, Δανία, Φινλανδία, Σουηδία, Ιρλανδία, Βέλγιο κ.λ.π.), η όποια δημόσια εκπαίδευση λειτουργεί και αυτή ανταποδοτικά και με πλήρη ταξική διαφοροποίηση.

Ø      Η κρατική χρηματοδότηση στα σχολεία μειώνεται ολοένα  και συνδέεται με τη συνεχή αξιολόγηση εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων « οι σε βάθος και συχνές αξιολογήσεις πρέπει να πραγματοποιούνται στις δημόσιες υπηρεσίες και από την ποιότητα του έργου τους θα εξαρτάται και η χρηματοδότησή τους» ( άρθρο 10 της οδηγίας). Οι σχολικές μονάδες θεωρούνται πια εξολοκλήρου οικονομικού χαρακτήρα υπηρεσίες.

 

Η στάση της ETUCE και η διέξοδος

 

 

Η ETUCE αναζητάει  δειλά- διστακτικά και αμήχανα το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού σε διαβουλεύσεις με τα συνδικάτα μέλη της, και την  Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Χαράζει τη γραμμή ελάχιστης άμυνας, σαν το σπασμό του πνιγμένου πριν από το θάνατο. Γιαυτό και στηρίζεται :

Ø      Στη ρήτρα Monti, κείμενο το οποίο προσπαθεί άσκοπα με γενικόλογες διακηρύξεις και ευχολόγια να διασώσει τα δικαιώματα από την έξαλλη επίθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

Ø      Στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων (άρθρο 6) προϊόν της συνθήκης της Λισσαβόνας, που εκφράζει ανησυχίες  για τον κίνδυνο διάλυσης της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής της Ένωσης. Υπερασπίζεται υποτονικά θεμελιώδη δικαιώματα προτείνοντας μικροαλλαγές και αργότερους ρυθμούς κατάργησής τους.

Ø      Σε νομολογίες (σημείο 34 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου), σύμφωνα με τις οποίες η εκπαίδευση δεν είναι οικονομική κοινωφελής υπηρεσία, ακόμα και αν γενικεύεται η καταβολή διδάκτρων εκπαίδευσης ή εγγραφής  εφόσον εξακολουθεί δηλαδή να χρηματοδοτείται από δημόσια κεφάλαια.

Η στάση της  ETUCE είναι νομικίστικη και στερεί κάθε δυνατότητα διάσωσης, έστω και ενός γραμμαρίου από τις κατακτήσεις του υπαλληλικού και εργατικού κινήματος. Η ETUCE στέκεται σε γενικόλογες διακηρύξεις για δικαιώματα και ρήτρες, τη στιγμή που ο συνολικός σχεδιασμός των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων προχωράει με γεωμετρική πρόοδο. Εξάλλου η τακτική της να ασχολείται μεμονωμένα με την οδηγία για τις υπηρεσίες ή το ECVET στην ΤΕΕ, δεν επιτρέπει τη συνολική θεώρηση των πραγμάτων και συνειδητοποίηση. Γιατί δεν είναι βέβαια η οδηγία Μπολγκεστάιν που οδηγεί από μόνη της στις δραματικές παρενέργειες, που περιγράψαμε παραπάνω, αλλά η συνολική πολιτική της Ε.Ε. των μονοπωλίων και το μεγάλο κεφάλαιο που επιβάλλουν τη νέα βαρβαρότητα των αναδιαρθρώσεων. Η στάση των ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών συνδικάτων αποδεικνύει ότι αυτά υπηρετούν τη στρατηγική του κεφαλαίου και γιαυτό η εργατική τάξη μέσα και έξω από αυτά πρέπει να χαράξει τη δική της ταξικά αντίπαλη στρατηγική. Με την αναγκαιότητα της συνολικής αντεπίθεσης και ρήξης με την πολιτική της Ε.Ε. των μονοπωλίων, η απάντηση μπορεί να δοθεί συνολικά από τους λαούς με επικεφαλής τις ταξικές δυνάμεις του εργατικού λαϊκού κινήματος. Έτσι με την ανατροπή δε θα υπάρξει ούτε ένας που να εργάζεται 65 ώρες την εβδομάδα για 400 euro, χωρίς σύνταξη και περίθαλψη, ούτε ένας να πεθαίνει στο δρόμο, γιατί η ασφάλιση δε θα του καλύπτει τις σοβαρές του ανάγκες, ούτε ένα παιδί που να στερείται το αγαθό της μόρφωσης και του πραγματικού πολιτισμού, αφού η Ευρωσυνθήκη μετατρέπει την εκπαίδευση σε ευκαιρία και οι οδηγίες μας παραπέμπουν στο αν έχεις χρήμα διάβαινε και ριζικό περπάτα, καθιστώντας λαχείο για τα παιδιά των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης την εκπαίδευση, τη σταθερή απασχόληση, τη ζωή με νόημα και δικαιώματα.

 

ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΑΜΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΟ Δ.Σ. ΤΗΣ ΔΟΕ