ΜΑΘΗΤΙΚΗ  ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ  ΟΜΑΔΑ  11ου ΓΥΜΝ. ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

Πηγές : α)  WWF -( Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση - World Wide Fund for Nature  - http:// www.wwf.gr- επισκεφτείτε το ) 

β) Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση  γ) Αρκτούρος (http://  www.arcturos.gr επισκεφθείτε το)

ΑΠΕΙΛΗ στη ΦΥΣΗ

Η ζωή στον πλανήτη μας, από την εμφάνισή της μέχρι σήμερα, έχει περάσει από διάφορα στάδια εξέλιξης. Μέρος αυτής της εξελικτικής διαδικασίας αποτελεί και η εξαφάνιση ορισμένων ειδών όταν αυτά δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους. Ενώ όμως τα τελευταία διακόσια εκατομμύρια χρόνια ο ρυθμός εξαφάνισης των ειδών ήταν περίπου 90 είδη ανά αιώνα, σήμερα υπολογίζεται σε 140 είδη την ημέρα! Κάποια από αυτά δεν έχουμε καν προλάβει να τα γνωρίσουμε. Όταν χάνονται, παίρνουν μαζί τους ένα κομμάτι της γενετικής και εξελικτικής ιστορίας εκατοντάδων χρόνων, που θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμη πηγή γνώσεων για τον άνθρωπο. Δυστυχώς, τα αίτια αυτής της φθίνουσας πορείας είναι ανθρωπογενή.

Απειλές
Η κυριότερη απειλή για τα ζώα και τα φυτά είναι η καταστροφή των βιοτόπων τους. Χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπινης επέμβασης στη φύση που μπορεί να οδηγήσει σε αφανισμό κάποια είδη, είναι τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα. Η δημιουργία π.χ. ενός φράγματος μπορεί να αλλάξει τόσο δραματικά το περιβάλλον, ώστε πολλά είδη φυτών και ζώων της συγκεκριμένης περιοχής να μην κατορθώσουν να προσαρμοστούν. Αν μάλιστα τα είδη αυτά είναι σπάνια και έχουν περιορισμένους πληθυσμούς, τότε κινδυνεύει να χαθεί το είδος στο σύνολό του. Για παράδειγμα, αν ξεσπούσε πυρκαγιά στο δάσος των Παπάδων στη Β Εύβοια, το μόνο μέρος στον κόσμο όπου φυτρώνει η ευβοϊκή δρυς (Quercus euboica), το συγκεκριμένο είδος δέντρου θα χανόταν για πάντα. Για το λόγο αυτόν, συχνά οι επιστήμονες επικεντρώνουν την προσοχή τους στα ενδημικά και σπάνια είδη. Η χώρα μας, ένας παράδεισος βιοποικιλότητας, διαθέτει τεράστιο αριθμό ειδών, από τα οποία πολλά είναι ενδημικά και σπάνια. Σοβαρή απειλή για τα ζώα και τα φυτά αποτελεί και η αλλοίωση της γενετικής σύστασής τους λόγω της εκμετάλλευσής τους από τον άνθρωπο. Τα φυτά και τα ζώα που χρησιμοποιούνται σήμερα στη γεωργία και την κτηνοτροφία παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τα άγρια είδη από τα οποία προήλθαν, αφού ο άνθρωπος τα έχει «βελτιώσει» με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής. Οι νέες ποικιλίες έχουν με τον καιρό εκτοπίσει τελείως τις φυσικές και αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα προσαρμογής - με αποτέλεσμα να είναι συνεχώς απαραίτητη η χρήση φυτοφαρμάκων, ορμονών και ζιζανιοκτόνων.

Μεσογειακή Φώκια

Ένα από τα έξι πιο απειλούμενα με εξαφάνιση θηλαστικά στον κόσμο, η μεσογειακή φώκια (Monachus monachus) ζούσε παλαιότερα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα και τις βορειοδυτικές ακτές της Αφρικής. Σήμερα, δεκαπέντε εκατομμύρια χρόνια έπειτα από την εμφάνιση του γένους Monachus στον πλανήτη μας, υπολογίζεται ότι οι μεσογειακές φώκιες που απομένουν δεν ξεπερνούν τα 400-500 ζώα. Από αυτές, περίπου οι μισές ζουν στην Ελλάδα, ενώ οι υπόλοιπες στις ακτές της Μαυριτανίας (Δ Αφρική), του Μαρόκου, της Αλγερίας, της Σαρδηνίας, της Μαδέρας και της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Η κατάσταση των πληθυσμών της μεσογειακής φώκιας είναι πλέον τόσο κρίσιμη, ώστε, αν δεν ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, το ζώο θα εξαφανιστεί μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Βιολογία
Η μεσογειακή φώκια είναι ένα από τα 35 είδη φώκιας που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Το μήκος της φτάνει τα τρία μέτρα και το βάρος της τα 350 κιλά. Έχει κοντό, στιλπνό τρίχωμα, το χρώμα του οποίου ποικίλλει από το ανοιχτό καφέ μέχρι το μαύρο. Αυτό ακριβώς το σκούρο χρώμα της, που θυμίζει ράσο, και ο παχύς λαιμός της, που μοιάζει με κουκούλα μοναχού, έδωσαν στη μεσογειακή φώκια το λατινικό της όνομα που σημαίνει «φώκια μοναχός».
Δεινή κολυμβήτρια χάρη στο υδροδυναμικό σχήμα του σώματός της και τη φυσιολογία της, η μεσογειακή φώκια μπορεί να καταδυθεί σε μεγάλα βάθη και να παραμείνει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας για αρκετή ώρα. Μπορεί να μειώσει τις ανάγκες της σε οξυγόνο, ώστε ακόμα και να κοιμηθεί μέσα στο νερό. Όταν χρειαστεί να αναπνεύσει, αναδύεται ενστικτωδώς, χωρίς να διακόψει τον ύπνο της. Η τροφή της αποτελείται κυρίως από ψάρια και κεφαλόποδα. Αν και περνά μεγάλο μέρος της ζωής της στο νερό -όπου και ζευγαρώνει- η φώκια βγαίνει συχνά στην ξηρά για να ξεκουραστεί και να γεννήσει. Παλαιότερα μπορούσε κανείς να βλέπει συχνά φώκιες που έβγαιναν στις ανοιχτές παραλίες, σήμερα όμως τα ζώα καταφεύγουν σε απόμερες σπηλιές, μακριά από την ενοχλητική ανθρώπινη παρουσία. Οι μεσογειακές φώκιες γεννάνε κάθε ένα ή δύο χρόνια, συνήθως ένα μικρό. Η κυοφορία διαρκεί 11 μήνες. Μόλις γεννηθούν, τα μικρά ζυγίζουν 10-15 κιλά κι έχουν μήκος περίπου ένα μέτρο. Η μητέρα τους τα θηλάζει για έξι ως οκτώ εβδομάδες. Οι μεσογειακές φώκιες ζουν περίπου 40 χρόνια.

Απειλές
Μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι άνθρωποι κυνηγούσαν τη μεσογειακή φώκια για το δέρμα της, με το οποίο έφτιαχναν παπούτσια και ζώνες, και για το λίπος της, από το οποίο έφτιαχναν σπαρματσέτα και σαπούνι. Στις μέρες μας το κυνήγι της για εμπορικούς σκοπούς έχει σταματήσει, αλλά η μεσογειακή φώκια απειλείται περισσότερο παρά ποτέ. Κυριότερα αίτια είναι η καταστροφή των βιότοπων του ζώου καθώς και η εκ προθέσεως θανάτωσή του.Η επέκταση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο μεγαλύτερο μέρος των ακτών (κυρίως λόγω της τουριστικής ανάπτυξης) έχουν επιφέρει δραματική συρρίκνωση και υποβάθμιση των βιότοπων του είδους. Οι παραλίες όπου κάποτε ξεκουράζονταν οι φώκιες, έχουν σήμερα γεμίσει ξενοδοχεία και ταβέρνες. Το χειρότερο: ακόμα και τα τελευταία καταφύγια του ζώου, οι θαλασσινές σπηλιές, είναι πλέον προσιτά στους κατόχους σκαφών αναψυχής, που με την παρουσία τους μπορεί να ενοχλήσουν και να τρομάξουν τις φώκιες. Στην υποβάθμιση του βιότοπου της μεσογειακής φώκιας συμβάλλει και η ρύπανση από βιομηχανικά απόβλητα και προϊόντα πετρελαίου. Παράλληλα, η υπεραλίευση καθώς και η παράνομη αλιεία (π.χ. με χρήση δυναμίτη) έχουν οδηγήσει σε σημαντική μείωση των ιχθυαποθεμάτων. Οι φώκιες, ανήμπορες πλέον να εξασφαλίσουν αρκετή τροφή από το φυσικό τους στοιχείο, στρέφονται ολοένα και συχνότερα στα δίχτυα των ψαράδων αφαιρώντας την «ψαριά» και προξενώντας ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία. Οι αλιείς, οργισμένοι, φτάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και στη θανάτωση των ζώων.

ΜΑΥΡΟΓΥΠΑΣ

Ένα από τα πιο απειλούμενα αρπακτικά στην Ευρώπη είναι ο μαυρόγυπας. Κατά τους ιστορικούς χρόνους το είδος αυτό είχε μεγάλη εξάπλωση και υπήρχε σε χώρες όπως η Γαλλία, η Τσεχία, η Σλοβακία και η Ρουμανία. Η μείωση των πληθυσμών του ξεκίνησε τις τελευταίες δεκαετίες, και ο μαυρόγυπας έφτασε να αριθμεί σήμερα μόνο 210-260 ζευγάρια στην Ευρώπη. Οι τελευταίοι πληθυσμοί του βρίσκονται στην Ιβηρική χερσόνησο και στα Βαλκάνια (Ελλάδα-Βουλγαρία), και φαίνεται να έχουν πλέον σταθεροποιηθεί χάρη στις δραστηριότητες προγραμμάτων προστασίας, όπως αυτό που εκπονεί το WWF Ελλάς στη Δαδιά του νομού Έβρου.

Βιολογία
Ο μαυρόγυπας (Aegypius monachus) είναι ο μεγαλύτερος γύπας της Ευρώπης. Το άνοιγμα των φτερών του φτάνει τα τρία μέτρα. Το χρώμα τους είναι καστανόμαυρο, όπως και η τραχηλιά γύρω από το λαιμό του. Έχει κοντή ουρά και πλατιές φτερούγες, τις οποίες κρατά ίσιες κατά το πέταγμα.

Πρόκειται για είδος που δεν μεταναστεύει και σπανίως πετά μακριά από την περιοχή αναπαραγωγής του. Ζευγαρώνει διά βίου. Γεννά στα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου ένα αβγό, σε μεγάλες φωλιές που κατασκευάζουν και οι δύο γονείς, με κλαδιά, στις κορυφές των δέντρων. Η επώαση διαρκεί περίπου 55 ημέρες. Το μικρό θα ανεξαρτητοποιηθεί σε 3,5 μήνες και θα ωριμάσει για αναπαραγωγή σε 5-6 χρόνια. Ο μαυρόγυπας τρέφεται αποκλειστικά με νεκρά ζώα, τα οποία βρίσκει πετώντας χαμηλά πάνω από αραιά δάση. Είναι επιθετικός, και, λόγω του μεγέθους του και του ισχυρού του ράμφους, έχει πλεονέκτημα απέναντι στους άλλους γύπες στη διεκδίκηση της τροφής. Συνήθως εντοπίζει ψοφίμια, μπορεί όμως να θανατώσει και μικρά ζώα.

Απειλές
Ο βασικός παράγοντας που έχει οδηγήσει στον περιορισμό του πληθυσμού του μαυρόγυπα είναι η έλλειψη τροφής. Η αλλαγή στον τρόπο ζωής των κατοίκων των αγροτικών περιοχών και -κυρίως- η ταφή των νεκρών ζώων, στερεί από αυτό το αρπακτικό την κυριότερη πηγή τροφής. Μεγάλη επίδραση έχουν ασκήσει και οι δημογραφικές αλλαγές, αφού όλο και λιγότεροι άνθρωποι ασχολούνται με την κτηνοτροφία, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα κοπάδια. Η καταστροφή των δασών στην Ευρώπη και η έντονη εκμετάλλευσή τους έχουν, επίσης, συμβάλει στη σημαντική μείωση των πληθυσμών του μαυρόγυπα. Σε αυτές τις απειλές πρέπει να προστεθούν τα δηλητηριασμένα δολώματα και τα περιστατικά θανάτωσης των πουλιών από κυνηγούς.  

Πηγή για τα παραπάνω :  WWF -( Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση - World Wide Fund for Nature  - http:// www.wwf.gr- επισκεφτείτε το ) 

 

TA ΔΕΛΦΙΝΙΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ

Οι πρόγονοι των σημερινών δελφινιών εμφανίστηκαν πριν από 65.000.000 χρόνια. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ήταν χερσαία θηλαστικά που με την πάροδο του χρόνου προσαρμόστηκαν στο υγρό στοιχείο και έγιναν αμφίβια, προτού εξελιχθούν σε θαλάσσια θηλαστικά. Επίσης ανέπτυξαν κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες, όπως ο ηχοεντοπισμός που τους επιτρέπει να προσδιορίζουν αντικείμενα μέσω της εκπομπής ήχων (σαν ένα φυσικό ραντάρ).

Οι φυσικοί εχθροί των δελφινιών είναι ελάχιστοι. Κι όμως...
...τα δελφίνια κινδυνεύουν εξαιτίας ανθρωπογενών παραγόντων, όπως είναι: 
* η τυχαία αιχμαλωσία τους σε αλιευτικά εργαλεία,
* η παράνομη αλιεία (π.χ. χρήση δυναμίτη),
* η θαλάσσια ρύπανση, και
* η εκ προθέσεως θανάτωσή τους.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει προσυπογράψει πολλές διεθνείς συμβάσεις που τη δεσμεύουν να προχωρήσει στη λήψη διαχειριστικών μέτρων για την προστασία των δελφινιών (Συνθήκη για τη Διατήρηση των Μικρών Κητωδών της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, Συνθήκη της Βόννης, Συνθήκη της Βέρνης, Οδηγία 92/43 της ΕΕ περί Οικοτόπων), ελάχιστα έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Δυστυχώς, τα δελφίνια που πεθαίνουν κάθε χρόνο από μη φυσικές αιτίες συνεχίζουν να είναι πολλά. 

Πηγή για τα παραπάνω :  WWF -( Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση - World Wide Fund for Nature  - http:// www.wwf.gr- επισκεφτείτε το )

 

ΛΥΚΟΣ

Ο λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας.
Σήμερα έχει εξαφανιστεί από ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης κατανομής του που κάλυπτε σχεδόν όλο το Βόρειο Ημισφαίριο. Από τον 14ο αιώνα και μετά από συστηματικές προσπάθειες εξόντωσης του, εξαφανίσθηκε από 14 χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Ο λύκος δεν υπήρξε ποτέ στόχος προσπαθειών ολοκληρωτικής εξόντωσης στην Ελλάδα.

Η μακρόχρονη άσκηση της κτηνοτροφίας ελεύθερης βοσκής, από την αρχαιότητα έως σήμερα, είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση μεθόδων βόσκησης και φύλαξης των κοπαδιών προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελλαδικού χώρου (κλίμα, ανάγλυφο, βλάστηση, άγρια πανίδα), μέρος των οποίων είναι και η παρουσία του λύκου. Ενα παράδειγμα τέτοιας προσαρμογής είναι η χρήση του ελληνικού ποιμενικού σκύλου για την αποτελεσματική φύλαξη των κοπαδιών.

Ο λύκος, ως ανώτερο θηλαστικό, προσάρμοζε συνεχώς τις συνήθειες και τη συμπεριφορά του στις δραστηριότητες των ανθρώπων της υπαίθρου. Αποτέλεσμα ήταν να μάθει να αποφεύγει τις επικίνδυνες γι'αυτόν καταστάσεις, έτσι ώστε να επιβιώσει ως τις μέρες μας.

Η παρουσία του λύκου προκαλούσε ανέκαθεν αντικρουόμενα συναισθήματα και αντιδράσεις στους ανθρώπους της υπαίθρου. Παρόλα αυτά η παράδοση και τα ήθη του λαού μας πιθανόν να συνέβαλαν στην επιβίωση του είδους στην Ελλάδα. Η εξάπλωση του σήμερα εκτείνεται σε όλο σχεδόν τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο εκτός από την Πελοπόννησο, από όπου εξαφανίστηκε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30.

Ο λύκος παρών στους Μύθους και τις Παραδόσεις

Εντονη είναι η παρουσία του λύκου στην αρχαία ελληνική μυθολογία.
Τον συναντάμε στη συνοδεία της θεάς Αρτεμης μαζί με άλλα ζώα.
Ο θεός Απόλλωνας συχνά αναφέρεται ως Λύκειος. Αυτή είναι μια επίκληση του Απόλλωνα ως θεού του φωτός που δηλώνει την καταγωγή των λέξεων λυκόφως και λυκαυγές, δηλαδή το σούρουπο και τη χαραυγή.
Τα νομίσματα του Αργους που είχε προστάτη το θεό Απόλλωνα διακοσμούνταν με λύκους περίπου εώς τον 5ο αιώνα π.χ.

Ενας μπρούτζινος λύκος υπήρχε σε ένα από τα πιο φημισμένα ιερά του Απόλλωνα, το μαντείο των Δελφών, πιθανότατα σε ανάμνηση του λύκου που σκότωσε ένα ληστή του ναού σε μικρή απόσταση από το ιερό και ύστερα οδήγησε σε αυτόν τους προσκυνητές. Στο νότιο άκρο της Ακρόπολης υπάρχουν τα ερείπια του Λυκείου, ενός κτιρίου που χρησιμοποιούνταν ως χώρος λατρείας του θεού Απόλλωνα.
Στον ίδιο χώρο δίδαξε και ο Αριστοτέλης την εποχή που έγραφε το «Περί ζώων ιστορίαι». Το κεφάλαιο που αφιερώνει στους λύκους συμπεριλαμβάνει τον μύθο της γέννησης του Απόλλωνα στη νήσο Δήλο.
Σύμφωνα με το μύθο η μητέρα του Απόλλωνα , Λητώ, μεταμορφωμένη σε λύκο και συνοδευόμενη από μια αγέλη λύκων ταξίδεψε από τη γη των Υπερβορείων για να έρθει ως τη Δήλο.
Σε άλλο μύθο ο Δίας μεταμορφώνει σε λύκους τον Λυκάονα μυθικό βασιλιά της Αρκαδίας και τους γιούς του μετά από ένα ανόσιο γεύμα που του προσφέρουν.Από το μύθο αυτόν μένει στους αιώνες η ονομασία του όρους Λύκαιον στην Αρκαδία. Ο Σωκράτης στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα χρησιμοποιεί το μύθο του Λυκάονα για να αποτρέψει πολιτική συμπεριφορά που οδηγεί στην τυραννία.

Λύκος ονομάζεται και ο βασιλιάς που υποδέχτηκε φιλόξενα τους Αργοναύτες στον Αδη. Ενα βασιλιά Λύκο αναφέρει στα έργα του «Ηρακλής» και «Αντιόπη» ο Ευριπίδης.
Ο λύκος πρωταγωνιστεί σε πολλούς μύθους του Αισώπου που έχουν κάνει το γύρω του κόσμου καθώς και στις παραδόσεις, στις παροιμίες και στα παραμύθια της νεότερης Ελλάδας.

Πολλά είναι και τα τοπωνύμια που υποδηλώνουν την παρουσία του λύκου στην Ελλάδα, όπως τα χωριά Λυκοτρίχι Δωδώνης, Λυκόστομο Καβάλας, Λοκοστάνη Δωδώνης, Λύκος Φιλιατών, Λύκοι Εδεσσας, Λυκοδρόμι Ξάνθης, Λυκόβρυση Αττικής.
Τοποθεσίες σε πρηνές περιοχές με ονόματα όπως Λυκορράχη, Λυκόρεμα, Λυκόλακκα κτλ. είναι πολύ συνηθισμένες.
Εκπληκτικά μεγάλος είναι ο αριθμός των τοπωνυμίων που έχουν σχέση με το λύκο και στην Πελοπόννησο κάτι που υποδηλώνει την μέχρι πρόσφατα παρουσία του, όπως τα χωριά Λυκοποριά Κορινθίας, Λυκότραφος Μεσσηνίας, Λύκισσα Πυλίας, Λυκόσουρα Μεγαλόπολης, Λυκοτρύπι Ναυπλίας κτλ.

 

Παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά το μέλλον του λύκου στην Ελλάδα


Η ελάττωση της φυσικής λείας του λύκου (ελάφι, ζαρκάδι, αγριογούρουνο) που οφείλεται σε ανθρωπογενείς παράγοντες, τον στρέφει προς τα κτηνοτροφικά ζώα, εκτείνοντας το πρόβλημα της σύγκρουσης με τον άνθρωπο.
Η σταδιακή χαλάρωση εφαρμογής μεθόδων και τρόπων πρόληψης των ζημιών συνιστά γεγονός που επιτείνει τη σύγκρουση ανθρώπου - λύκου. Αυτό οφείλεται στο ότι τα νέα κοινωνικά πρότυπα και οικονομικά δεδομένα που ισχύουν σήμερα επέβαλαν νέους κανόνες άσκησης της κτηνοτροφίας που αποκλίνουν σημαντικά από τους παραδοσιακούς ενώ ταυτόχρονα άλλαξαν και τη θεώρηση του επαγγέλματος του κτηνοτρόφου.

Η παράνομη θανάτωση λύκων που επιλέγεται από ορισμένους κτηνοτρόφους ως η πιο άμεση λύση για την προστασία των κοπαδιών τους .
Η παράνομη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων που αποτελεί κίνδυνο όχι μόνο για τον λύκο αλλά και για την πανίδα συνολικά.

Τα μεγάλα τεχνικά έργα χωρίς περιβαλλοντικό σχεδιασμό και οι αλλαγές στις χρήσεις γης που παρεμποδίζουν τις μετακινήσεις και την επικοινωνία των υποπληθυσμών του λύκου.
Συνήθως μόνο ένα ζευγάρι λύκων αναπαράγεται σε αυτήν (κυρίαρχο ζεύγος).

Ο καταιγισμός φημολογιών για «απελευθερώσεις» λύκων που αποπροσανατολίζει τους κτηνοτρόφους και την κοινή γνώμη, δυσχεραίνει την αποδοχή μέτρων για τη διαχείριση του είδους.
Η έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με την ανάγκη λήψης μέτρων που θα εξασφαλίζουν την επιβίωση του είδους σε μακροπρόθεσμη βάση.
Η έλλειψη σύγχρονου και ευέλικτου νομικού πλαισίου διαχείρισης του πληθυσμού του λύκου.

Νομοθετική προστασία
Ευρώπη : ο λύκος προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης και την Κοινοτική Οδηγία 92/43.
Ελλάδα : με αφορμή αυτό το καθεστώς ο λύκος έχει εξαιρεθεί από τον κατάλογο των επιβλαβών ειδών το 1991 και θεωρείται επίσημα "τρωτό" είδος.

 Πηγή για τα παραπάνω :  Αρκτούρος (http://  www.arcturos.gr επισκεφθείτε το)

 

 

ΠΡΕΣΠΕΣ

Στη βορειοδυτική άκρη της Ελλάδας, στα σύνορα με την Αλβανία και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα και οι δασωμένες κορυφές των γύρω βουνών συνθέτουν ένα τοπίο μοναδικής ομορφιάς. Η περιοχή καταλαμβάνει περίπου 300.000 στρέμματα και βρίσκεται σε υψόμετρο 1.000 μέτρα.

Βιολογική Αξία
Η Πρέσπα είναι γνωστή για τη μεγάλη φυσική ομορφιά και την υψηλή βιοποικιλότητά της. Εδώ έχουν παρατηρηθεί περισσότερα από 1.500 είδη φυτών (σε σύνολο 6.000 που απαντώνται σε όλη την Ελλάδα), από τα οποία δύο είναι τοπικά ενδημικά. Στην περιοχή ζουν επίσης πάνω από 40 είδη θηλαστικών -μεταξύ των οποίων κάποια από τα σπανιότερα στην Ευρώπη, όπως είναι η καφέ αρκούδα (Ursus arctos), ο λύκος (Canis lupus), η βίδρα (Lutra lutra) και το αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra)-, 11 είδη αμφιβίων, 22 είδη ερπετών και 17 είδη ψαριών από τα οποία τα 8 είναι ενδημικά της Ελλάδας. Ίσως όμως το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της τοπικής πανίδας είναι τα πουλιά. Σε σύνολο 260 ειδών, ξεχωρίζουν οι πληθυσμοί των αργυροπελεκάνων (Pelecanus crispus) και των ροδοπελεκάνων (Pelecanus onocrotalus) - δύο είδη που απειλούνται με εξαφάνιση. Η Πρέσπα είναι το μοναδικό μέρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου αυτά τα δύο είδη απαντώνται και φωλιάζουν μαζί, επιπλέον δε η αποικία των αργυροπελεκάνων είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο. Αξιόλογοι είναι και οι πληθυσμοί πολλών άλλων απειλούμενων υδρόβιων πουλιών, όπως είναι οι ερωδιοί (οικ. Ardeidae), οι λαγγόνες (Phalacrocorax pygmaeus) και οι σταχτόχηνες (Anser anser).

Απειλές
Παρόλο που η Πρέσπα προστατεύεται από πολλές συμβάσεις, στην πράξη η προστασία της δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Ο φυσικός και o πολιτιστικός πλούτος της υποβαθμίζονται συνεχώς: είδη πουλιών εξαφανίζονται, πληθυσμοί σπάνιων ζώων μειώνονται, ο χαρακτήρας των οικισμών αλλοιώνεται, τα δάση υποβαθμίζονται ενώ δραστηριότητες όπως η λαθροθηρία, η λαθραλιεία και η λαθροϋλοτομία συνεχίζονται. Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στις αδυναμίες και τα σφάλματα της νομοθεσίας, της πολιτείας αλλά, ορισμένες φορές, και των κατοίκων.

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες που απλώνονται σε όλη την έκταση της Πρέσπας αποτελούν τη χαρακτηριστική ιδιαιτερότητά της - και τη δυσκολία προστασίας της σε σχέση με τους άλλους εθνικούς δρυμούς.

Η αλληλεπίδραση αυτών των δραστηριοτήτων με τη φύση έχει υπάρξει καθοριστική στη διαμόρφωση του φυσικού πλούτου της Πρέσπας, γι' αυτό και η διατήρησή τους έχει ζωτική σημασία. Για παράδειγμα, μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν τα καλάμια της λίμνης ως ζωοτροφή καθώς και στην κατασκευή μαντριών. Αυτή η διαχείριση δημιουργούσε «ανοίγματα» στους καλαμιώνες -τα υγρά λιβάδια- όπου πολλά πουλιά και ψάρια έβρισκαν τροφή και τις κατάλληλες συνθήκες για να γεννήσουν τα αβγά τους. Όταν οι καλαμιώνες εγκαταλείφθηκαν, τα υγρά λιβάδια περιορίστηκαν, γεγονός που είχε αρνητική επίδραση στους πληθυσμούς των πουλιών και των ψαριών, π.χ. μειώθηκε ο αριθμός των πορφυροτσικνιάδων (Ardea purpurea) και των κυπρίνων (Cyprinus carpio) ενώ άλλα είδη, όπως οι χουλιαρομύτες (Platalea leucorodia), δεν απαντώνται πλέον στην περιοχή.

 

Ορεινά Οικοσυστήματα

Τα ορεινά οικοσυστήματα καταλαμβάνουν το ένα πέμπτο (1/5) της χερσαίας επιφάνειας του πλανήτη και φιλοξενούν το ένα δέκατο (1/10) του πληθυσμού της ανθρωπότητας.

Τα κύρια χαρακτηριστικά τους είναι οι ορεινοί όγκοι, τα δάση, τα αλπικά λιβάδια, οι βραχώδεις σχηματισμοί, καθώς και όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί που έχουν προσαρμοστεί και ζουν σε αυτά.

Στην Ευρώπη τα ορεινά οικοσυστήματα καλύπτουν το 30% της χερσαίας έκτασης,ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 60%.

Οι ορεινοί όγκοι και τα δάση συγκρατούν ποσότητες νερού, που καλύπτουν τις ανάγκες του μισού πληθυσμού της γης.Στην Ελλάδα, μόνο η οροσειρά της Πίνδου τροφοδοτεί με νερό τα δύο τρίτα (2/3) του ελληνικού πληθυσμού.
Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών, με ήπιες μορφές χρήσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους, διαφύλαξαν επί αιώνες τις συνθήκες δυναμικής ισορροπίας των ορεινών οικοσυστημάτων.

Τα τελευταία χρόνια όμως, οι συνθήκες έχουν δραματικά αλλάξει και ένα από τα σημαντικότερα και πιο ευάλωτα στοιχεία των ορεινών οικοσυστημάτων, το δάσος, απειλείται άμεσα με υποβάθμιση και καταστροφή : πυρκαγιές, υπερβόσκηση, υπερεκμετάλλευση, μεγάλα τεχνικά έργα χωρίς περιβαλλοντικό σχεδιασμό είναι μερικά από τα βασικά αίτια.

Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, επιβάλλεται η άμεση λήψη μέτρων ορθολογικής χρήσης των πολύτιμων φυσικών πόρων που περικλείουν τα ορεινά οικοσυστήματα.

Η διατήρηση των απειλούμενων δασόβιων ειδών πανίδας(όπως αρκούδα, λύκος)και χλωρίδας, που αποτελούν ταυτόχρονα και δείκτες της καλής λειτουργίας του δασικού οικοσυστήματος, συμβάλλει ουσιαστικά στην προσπάθεια διατήρησης των ορεινών οικοσυστημάτων.

 Πηγή για τα παραπάνω :  Αρκτούρος (http://  www.arcturos.gr επισκεφθείτε το)

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΑΣΗ

H ποικιλία των ελληνικών δασών είναι μοναδική και δύσκολα απαντάται σε άλλες χώρες με παρόμοια έκταση: στα βόρεια της Ελλάδας υπάρχουν εύκρατα δάση, από εκείνα που είναι κοινά της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, ενώ στα νότια υπάρχουν μεμονωμένες συστάδες από τροπικά δέντρα (φοίνικες). Αυτή η ποικιλομορφία οικοσυστημάτων οφείλεται στο έντονο ανάγλυφο, στη γεωγραφική θέση της χώρας ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, και στο γεγονός ότι στη διάρκεια των τελευταίων παγετώνων η Ελλάδα δεν είχε καλυφτεί από πάγους. Έτσι αποτέλεσε «καταφύγιο» για πολλά βορειοευρωπαϊκά είδη δέντρων, των οποίων η ζώνη εξάπλωσης μεταφέρθηκε εδώ, όπου διασταυρώθηκαν με τα ντόπια είδη και προσαρμόστηκαν στις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες. Τα περισσότερα ελληνικά δάση χαρακτηρίζονται ως μεσογειακά. Πρόκειται για οικοσυστήματα που είναι προσαρμοσμένα σε ξηρά, ζεστά καλοκαίρια και σε ψυχρούς χειμώνες. Πολλά είναι τα σπάνια και ενδημικά είδη δέντρων που απαντώνται εδώ, όπως το κεφαλλονίτικο έλατο (Abies cephalonica), το ρόμπολο (Pinus leucodermis) και η αμπελιτσιά (Zelcova abelicea), καθώς και δέντρα που εξαπλώνονται σε όλη την Ευρώπη αλλά έχουν στη χώρα μας τα νότια σύνορά τους, όπως το δασικό πεύκο (Pinus silvestris), η ερυθρελάτη (Picea abies) και η οξιά (Fagus sylvatica). Πέρα από τα πολυάριθμα είδη πουλιών, ερπετών και εντόμων, αξιόλογη είναι και η ποικιλία των θηλαστικών που ζουν στα ελληνικά δάση, με πιο γνωστά από αυτά την καφέ αρκούδα (Ursus arctos), τον αγριόγατο (Felis silvestris), το τσακάλι (Canis aureus), το λύκο (Canis lupus) και τον ασβό (Meles meles).

Απειλές
Οι ανθρώπινες δραστηριότητες και η οικιστική επέκταση ασκούν ολέθρια πίεση στα δάση της χώρας μας, τα οποία αντικαθίστανται σταδιακά από αστικές, περιαστικές και τουριστικές εκτάσεις. Οι καταστροφικές δασικές πυρκαγιές και οι καταπατήσεις που τις ακολουθούν είναι πολύ συχνά αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της ανάγκης για διαφορετική χρήση της γης.
Σημαντική είναι και η απειλή από την υπερβόσκηση, αφού στη χώρα μας εκτρέφονται ελεύθερα πολύ περισσότερα αιγοπρόβατα από εκείνα που μπορούν να συντηρηθούν στα λιβάδια μας.
Η ανεξέλεγκτη βοσκή, ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς, παρεμποδίζει τη φυσική αναγέννηση των δασών, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση του οικοσυστήματος και τη διάβρωση του εδάφους. Η υπερβολική βόσκηση θεωρείται η κυριότερη αιτία της εικόνας που παρουσιάζουν σήμερα πολλά ελληνικά βουνά, όπου βλέπει κανείς να προβάλλουν γυμνά βράχια, χωρίς χώμα ή βλάστηση.
Τέλος, το ανεξέλεγκτο κυνήγι και η λαθροϋλοτομία αποτελούν εξίσου σοβαρές απειλές για τα δάση μας και για τα είδη που ζουν σε αυτά.
Δυστυχώς, οι νόμοι και οι εκτελεστικοί μηχανισμοί της πολιτείας δείχνουν αδύναμοι να προστατέψουν ουσιαστικά τα ελληνικά δάση. Βασικές αιτίες για όλα τα παραπάνω προβλήματα είναι:
α) Η ανυπαρξία εθνικής δασικής στρατηγικής, που έχει ως αποτέλεσμα να λαμβάνονται κατά καιρούς αποσπασματικές αποφάσεις, χωρίς μακροπρόθεσμη προοπτική.
β) Η έλλειψη δασολογίου, που ευνοεί τη διεκδίκηση των δασικών εκτάσεων από ιδιώτες, για κτηνοτροφική εκμετάλλευση, αγροτική παραγωγή, οικιστική επέκταση και τουριστική χρήση.
γ) Η ασαφής νομοθεσία, που είναι γεμάτη «παραθυράκια» και δίνει το κίνητρο (και τις ευκαιρίες) σε οργανωμένα συμφέροντα καταπατητών να δρουν ανενόχλητα.
δ) Η εγκατάλειψη του δασικού χώρου από την πολιτεία και η ανυπαρξία ενός ισχυρού και ενιαίου φορέα διαχείρισης και προστασίας των δασών. Η Δασική Υπηρεσία στερείται πόρων και προσωπικού, η χρηματοδότηση της δασικής έρευνας είναι ανεπαρκής, ενώ το ποσοστό του ετήσιου προϋπολογισμού που διατίθεται για τη δασοπονία είναι μόλις το 0,4%.

Καρέττα

Η θαλάσσια χελώνα καρέτα (Caretta caretta) εμφανίστηκε στη γη πριν από δεκάδες εκατομμύρια χρόνια και αποτελεί μια από τις πιο επιτυχημένες μορφές ζωής στην ιστορία του πλανήτη μας. Είναι το μόνο είδος θαλάσσιας χελώνας που αναπαράγεται στην Ελλάδα, όπου βρίσκονται οι πιο σημαντικοί βιότοποί της στη Μεσόγειο. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η υποβάθμιση και η καταστροφή των βιότοπων εξαιτίας ανθρωπογενών δραστηριοτήτων έχουν οδηγήσει σε δραστική μείωση των πληθυσμών της. Για πρώτη φορά εδώ και εκατομμύρια χρόνια, η καρέτα απειλείται με εξαφάνιση.

Βιολογία
Η καρέτα είναι ερπετό που έχει προσαρμοστεί βιολογικά στο θαλάσσιο περιβάλλον. Εξαρτάται όμως απόλυτα από τη στεριά για τη διαιώνισή της, αφού εκεί ολοκληρώνεται ο βιολογικός της κύκλος, με την ωοτοκία, την εκκόλαψη, και την επακόλουθη είσοδο των νεοσσών στη θάλασσα.
Όπως και τα άλλα είδη θαλάσσιων χελωνών, η καρέτα αναπνέει με πνεύμονες. Το δέρμα της καλύπτεται από φολίδες, ενώ το καβούκι της αποτελείται από κεράτινες πλάκες. Η μεσογειακή καρέτα ζυγίζει περίπου 90 κιλά και το μήκος της φτάνει το ένα μέτρο. Τρέφεται με θαλάσσια φυτά και ασπόνδυλα - ιδιαίτερη είναι η προτίμησή της στις τσούχτρες. Οι θηλυκές Caretta caretta, αφού ωριμάσουν σεξουαλικά σε ηλικία περίπου τριάντα ετών, επιστρέφουν κάθε δύο τρία χρόνια στον τόπο όπου γεννήθηκαν οι ίδιες, για να εναποθέσουν τα αβγά τους. Προτιμούν τις αμμώδεις παραλίες με ήπιες κλίσεις και χωρίς εμπόδια, όπου η άμμος έχει τα κατάλληλα χαρακτηριστικά υφής και μεγέθους και πληροί τις προϋποθέσεις θερμοκρασίας και υγρασίας που είναι απαραίτητες για την επώαση. Γεννάνε τους καλοκαιρινούς μήνες, βγαίνοντας δύο ως τέσσερις φορές στην παραλία, αργά το βράδυ. Η εκκόλαψη διαρκεί δύο μήνες. Οι νεοσσοί, περίπου 100 σε κάθε φωλιά, έχουν μήκος πέντε εκατοστά και ζυγίζουν δεκαεπτά γραμμάρια. Μόλις εκκολαφθούν, ανεβαίνουν όλοι μαζί στην επιφάνεια της άμμου και τρέχουν αμέσως προς τη θάλασσα. Αυτό το πρώτο ταξίδι είναι το σημαντικότερο της ζωής τους, γιατί βοηθά τα χελωνάκια να προσανατολιστούν και να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν στον ίδιο τόπο μερικές δεκαετίες αργότερα. Οι νεοσσοί έχουν να αντιμετωπίσουν πάμπολλους φυσικούς εχθρούς -καβούρια, γλάρους και ψάρια-, και η θνησιμότητά τους είναι εξαιρετικά υψηλή. Υπολογίζεται ότι σε κάθε χίλια χελωνάκια επιζεί και ενηλικιώνεται μόνο ένα!

Απειλές
Η υποβάθμιση και η καταστροφή των βιότοπων όπου αναπαράγεται η καρέτα θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την επιβίωση του είδους. Κύρια αιτία για την αλλοίωσητου φυσικού χαρακτήρα των ακτών αποτελεί η άναρχη τουριστική ανάπτυξη, που συνεπάγεται δραστική συρρίκνωση των διαθέσιμων παραλιών ωοτοκίας της χελώνας: Ο θόρυβος από τα ξενοδοχεία και τις ταβέρνες τρομάζει τις θηλυκές Caretta caretta, τα φώτα αποπροσανατολίζουν τους νεοσσούς, ενώ τα οχήματα, οι ομπρέλες για τον ήλιο και οι ξαπλώστρες συμπιέζουν την άμμο προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στην ωοτοκία και την εκκόλαψη.
Σημαντικές απειλές αποτελούν επίσης η χρήση μη επιλεκτικών αλιευτικών εργαλείων -κάθε χρόνο χιλιάδες θαλάσσιες χελώνες μπλέκονται τυχαία στα δίχτυα και τα παραγάδια και πνίγονται- και η ρύπανση από προϊόντα πετρελαίου, χημικές ουσίες και σκουπίδια. Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελούν οι πλαστικές σακούλες, αφού οι χελώνες τις τρώνε, νομίζοντας πως πρόκειται για τσούχτρες, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν από ασφυξία. Τέλος, κάποιες χελώνες τραυματίζονται, μερικές φορές θανάσιμα, από ταχύπλοα σκάφη που πλέουν κοντά στις παραλίες ωοτοκίας. Πάντως, με την εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων προστασίας, αυτή η τελευταία απειλή τείνει πλέον να μειωθεί σημαντικά.

ΚΑΦΕ ΑΡΚΟΥΔΑ


 

  Για κάποιους πολιτισμούς η αρκούδα είναι σύμβολο αναγέννησης και παρθενογένεσης, γιατί κρύβεται στη φωλιά της στις αρχές του χειμώνα και εμφανίζεται πάλι την άνοιξη μαζί με τα μικρά της. Ζώο παρεξηγημένο, αφού παρά τις αντίθετες δοξασίες επιτίθεται μόνο αν βρεθεί σε θέση άμυνας, ζούσε κάποτε σε ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο. Σήμερα η κατάσταση των πληθυσμών και των βιοτόπων της είναι ιδιαίτερα κρίσιμη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο: τους τελευταίους δύο αιώνες η καφέ αρκούδα έχασε το 60% της επικράτειάς της και το 50% του πληθυσμού της. Το πιο εντυπωσιακό θηλαστικό του δάσους απειλείται πλέον με εξαφάνιση.

 

Βιολογία

Η καφέ αρκούδα (Ursus arctos) είναι το πιο μεγάλο χερσαίο θηλαστικό της Ευρώπης.
Εχει μήκος από 1,70 έως 2 μέτρα και ζυγίζει από 60 έως 250 κιλά, ανάλογα με το φύλο και την εποχή του έτους.
Σε φυσιολογικές συνθήκες ζει περίπου 25 χρόνια.
Παρά την εντύπωση που επικρατεί, η αρκούδα δεν επιτίθεται στον άνθρωπο, εκτός αν νιώσει ότι απειλείται η ίδια ή τα μικρά της.
Η θηλυκή αρκούδα γεννά το χειμώνα, κάθε δύο ή τρία χρόνια, από ένα έως δύο και σπανιότερα τρία μικρά.
Τα νεογέννητα αρκουδάκια είναι τυφλά και γυμνά και ζυγίζουν μόλις 200 - 300 γραμμάρια.
Εάν η μητέρα τους σκοτωθεί σ' αυτό το στάδιο της ζωής τους, πεθαίνουν σε διάστημα 15 - 20 λεπτών.
Σε κάθε περίπτωση, οι πιθανότητες να επιβιώσουν τα μικρά αρκουδάκια τον πρώτο χρόνο της ζωής τους είναι μόλις 50%.
 Ζει σε ορεινά και ημιορεινά δάση, όπου διανύει μεγάλες αποστάσεις ψάχνοντας για τροφή. Αν και είναι παμφάγο ζώο, δείχνει σαφή προτίμηση στις φυτικές τροφές και ιδιαίτερα στα άγρια φρούτα, τις ρίζες και τα μανιτάρια. Επίσης της αρέσει πολύ το μέλι. Το διαιτολόγιό της περιλαμβάνει ακόμη έντομα, αμφίβια και κτηνοτροφικά ζώα. Ο βηματισμός της είναι βαρύς και άχαρος, επειδή η αρκούδα περπατά στηριζόμενη σε ολόκληρο το πέλμα κινώντας ταυτόχρονα το μπροστινό και το πίσω πόδι κάθε πλευράς. Ευκίνητη παρά τον όγκο της, μπορεί να σκαρφαλώνει σε δέντρα, καθώς και να στέκεται στα πίσω πόδια της ανιχνεύοντας καλύτερα το χώρο γύρω και τρομάζοντας με το μέγεθός της κάθε υποψήφιο εχθρό.
Αντίθετα από ό,τι πιστεύεται, η καφέ αρκούδα γίνεται επικίνδυνη μόνο όταν νιώσει να απειλείται - ιδιαίτερα όταν θέλει να προστατέψει τα μικρά της. Σπανίως επιτίθεται σε μεγάλα ζώα, παρόλο που, αν χρειαστεί, έχει τεράστια δύναμη και μπορεί να τα σκοτώσει εύκολα. Στις αρχές του χειμώνα αποτραβιέται σε προφυλαγμένα μέρη, όπως σε κουφάλες δέντρων και σε σπηλιές. Εκεί πέφτει σε λήθαργο, μειώνοντας τις λειτουργίες του σώματός της για 4-5 μήνες. Κατά την περίοδο αυτή τρέφεται από το λίπος που είχε μαζέψει στους ιστούς της όσο ήταν δραστήρια. Είναι μοναχικό ζώο. Το αρσενικό και το θηλυκό συναντώνται μόνο στα τέλη της άνοιξης με αρχές του καλοκαιριού για να ζευγαρώσουν. Μετά από κυοφορία 7-9 μηνών, το θηλυκό γεννά ένα ή δύο μικρά. Τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής τους ακολουθούν παντού τη μητέρα τους, που τα φροντίζει με προσήλωση.

Απειλές
Οι ελληνικοί πληθυσμοί του είδους είναι οι σημαντικότεροι στις νότιες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης: υπολογίζεται ότι στη χώρα μας ζουν περίπου 150 καφέ αρκούδες. Δυστυχώς όμως και εδώ παρουσιάζουν μείωση. Έτσι, ενώ παλαιότερα η καφέ αρκούδα ζούσε σχεδόν σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, σήμερα απαντάται στους κύριους ορεινούς όγκους της βόρειας και κεντρικής Πίνδου και της δυτικής Ροδόπης.

Αιτία είναι ο κατακερματισμός της γεωγραφικής ζώνης εξάπλωσης του ζώου και η μείωση των βιοτόπων του (εκτεταμένα δάση οξιάς, δρυός, μαυρόπευκου, ελάτου και ρομπόλου, σε υψόμετρο 800-2.000 μ.). Η διάνοιξη δρόμων, η κατασκευή φραγμάτων και η δημιουργία τουριστικών εγκαταστάσεων αλλοιώνουν, υποβαθμίζουν και κατακερματίζουν τους βιότοπους της αρκούδας, προκαλώντας όχληση στο ζώο και περιορίζοντας τις κινήσεις του για αναπαραγωγή και ανεύρεση τροφής. Η αρκούδα προστατεύεται ρητά από την ελληνική και κοινοτική νομοθεσία. Ωστόσο το ισχύον νομικό πλαίσιο ελάχιστα εφαρμόζεται στην πράξη. Ένα πολύ μικρό ποσοστό των βιότοπων της αρκούδας έχουν χαρακτηριστεί εθνικοί δρυμοί ή μνημεία της φύσης, κι αυτοί όμως υπάρχουν μόνο στα χαρτιά, χωρίς να παρέχουν προστασία στο απειλούμενο είδος. Επιπλέον, αν και το κυνήγι του ζώου απαγορεύεται από το 1969, κάθε χρόνο 15-20 αρκούδες σκοτώνονται από ασυνείδητους. Η θανάτωση από πρόθεση αποτελεί την κύρια απειλή για την επιβίωση του ελληνικού πληθυσμού της αρκούδας. Ευτυχώς, τουλάχιστον, τείνει να εκλείψει το βάρβαρο φαινόμενο της σύλληψης και αιχμαλωσίας του σπάνιου θηλαστικού από «αρκουδιάρηδες».

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

Γεωγραφικά τοποθετημένη στο ανατολικό τμήμα της Μεσογείου, η Ελλάδα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θάλασσα. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, η κοινωνική, η οικονομική και η πολιτιστική ζωή της διαμορφώνονταν σε μεγάλο βαθμό μέσα από αυτή τη στενή σχέση.

Η ακτογραμμή της Ελλάδας καταλαμβάνει περίπου 16.000 χλμ. Μεγάλο μέρος της αντιστοιχεί στα χιλιάδες κατοικημένα και ακατοίκητα νησιά και τις βραχονησίδες του Ιονίου και του Αιγαίου. Η έντονη ποικιλομορφία του αναγλύφου προσδίδει στις ακτές ιδιαίτερη οικολογική αξία, η οποία είναι ακόμη μεγαλύτερη στα νησιά λόγω ακριβώς του αυτόνομου γεωγραφικού τους χαρακτήρα.

Το θαλάσσιο περιβάλλον της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από πλούσια βιοποικιλότητα. Από τα 579 είδη ψαριών που ζουν στη Μεσόγειο, 447 απαντώνται στις ελληνικές θάλασσες. Ξεχωριστό είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η παράκτια ζώνη, αφού στις βραχώδεις ακτές και στο θαλάσσιο τμήμα της συγκεντρώνονται τα περισσότερα είδη (ενδημικά και μη), που βρίσκουν εδώ τις κατάλληλες περιοχές για την αναπαραγωγή και τη διατροφή τους - εξαιρετική η σημασία των λιβαδιών της Ποσειδωνίας (Posidonia oceanica). Η μεσογειακή φώκια (Monachus monachus) και η χελώνα καρέτα (Caretta caretta) είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα σπάνιων και απειλούμενων ειδών για την επιβίωση των οποίων έχουν μοναδική σημασία τα παράκτια ενδιαιτήματα και οι παραλίες της χώρας μας. (Ενδιαίτημα ονομάζουμε μια περιοχή όπου ζουν, αναπαράγονται και τρέφονται συγκεκριμένα είδη φυτών και ζώων.)

Απειλές
Η Μεσόγειος είναι μια κλειστή θάλασσα, η οποία όμως επικοινωνεί με τον Ατλαντικό Ωκεανό, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ερυθρά Θάλασσα. Ο περίκλειστος χαρακτήρας της την καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητη στη ρύπανση. Οι ελληνικές ακτές, καθώς βρίσκονται στο ανατολικότερο άκρο αυτής της κλειστής λεκάνης, είναι περισσότερο ευάλωτες σε μια σειρά σοβαρούς κινδύνους.

Ρύπανση
Μια από τις σοβαρότερες απειλές για τις ελληνικές θάλασσες και ακτές είναι η ρύπανση από βιομηχανικά απόβλητα και διαρροές πετρελαίου. Στη Μεσόγειο έχουν επισημανθεί 115 περιοχές όπου παρατηρούνται υψηλά επίπεδα ρύπανσης. Στην Ελλάδα τέτοιες περιοχές βρίσκονται στους κόλπους Θερμαϊκό, Πατραϊκό και Σαρωνικό - και ιδιαίτερα στην Ελευσίνα. Η οικιστική και βιομηχανική ανάπτυξη κατά μήκος των ακτών, που δεν συνοδεύεται από την απαραίτητη υποδομή για την επεξεργασία των λυμάτων, αποτελεί άλλη μια σημαντική πηγή θαλάσσιας ρύπανσης. Καταστροφικές συνέπειες έχει και η υπερβολική χρήση λιπασμάτων, αφού μέσω των επιφανειακών απορροών και των υπόγειων υδροφορέων μεταφέρεται στη θάλασσα νερό με υψηλή περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τον ευτροφισμό των θαλασσών μας. (Ευτροφισμό ονομάζουμε την υπερβολική ανάπτυξη φυτικών οργανισμών σε μια λίμνη ή σε μια θαλάσσια περιοχή, που οδηγεί στην εξάντληση του οξυγόνου -το οποίο υπάρχει στο νερό- και στη διαταραχή της οικολογικής ισορροπίας στο συγκεκριμένο οικοσύστημα.) Αλλαγή του φυσικού χαρακτήρα των ακτών Οι αμμοληψίες, οι εκχερσώσεις και η αυθαίρετη εκμετάλλευση των παραλιών για τουριστικούς σκοπούς αλλοιώνουν τη δυναμική των ελληνικών ακτών, με αποτέλεσμα την εδαφική διάβρωση.

Υπεραλίευση
Η αλιεία με μη επιλεκτικά εργαλεία και με τη βοήθεια της τεχνολογίας έχει επιφέρει εξάντληση ή σημαντική μείωση των ιχθυαποθεμάτων. Ένα παράδειγμα αποτελούν τα συρόμενα εργαλεία (μηχανότρατες) που, ειδικά όταν χρησιμοποιούνται στην παράκτια ζώνη, προκαλούν μεγάλη καταστροφή ισοπεδώνοντας ό,τι καλύπτει το βυθό της θάλασσας και εξαφανίζοντας κάθε μορφή ζωής που εξαρτάται από αυτόν. Επιπλέον, η χρήση μη επιλεκτικών αλιευτικών εργαλείων ευθύνεται για το θάνατο πολλών θαλάσσιων θηλαστικών (π.χ. δελφίνια και φώκιες) και χελωνών ετησίως, που μπλέκονται σε αυτά και πνίγονται. Πραγματική μάστιγα αποτελεί για τη χώρα μας και η παράνομη αλιεία. Η χρήση αλιευτικού εξοπλισμού κατά παράβαση των ορίων που θέτει η ελληνική νομοθεσία, η αλιεία σε περιόδους απαγόρευσης και η χρήση χημικών και εκρηκτικών ουσιών πλήττουν σοβαρά τα ιχθυαποθέματα.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΥΔΡΟΒΙΟΤΟΠΟΙ

Οι υγρότοποι αποτελούν έναν από τους πλέον πολύτιμους πόρους του πλανήτη μας - μόνο τα τροπικά δάση τούς ξεπερνούν σε βιοποικιλότητα και παραγωγικότητα. Σε αυτούς απαντώνται πολλά φυτά και ασπόνδυλα, ενώ χαρακτηριστική είναι η παρουσία μεγάλου αριθμού μεταναστευτικών ψαριών και πουλιών, που βρίσκουν εδώ καταφύγιο, τροφή και ευνοϊκές συνθήκες διαχείμασης. Όλα αυτά τα είδη υποστηρίζουν μια περίπλοκη τροφική αλυσίδα στην οποία ο άνθρωπος είναι συχνά ο ανώτερος θηρευτής.

Στην Ελλάδα, τουλάχιστον 138 είδη πουλιών εξαρτώνται με κάποιον τρόπο από τους υγρότοπους - μάλιστα ορισμένα από αυτά χαρακτηρίζονται ως παγκοσμίως απειλούμενα, όπως η λεπτομύτα (Numenius tenuirostris), η νανόχηνα (Anser erythropus), η λαγγόνα (Phalacrocorax pygmaeus), ο αργυροπελεκάνος (Pelecanus crispus), και η αγκαθοκαλημάνα (Hoplopterus spinosus). Επίσης στα ποτάμια και τις λίμνες της χώρας μας ζουν περισσότερα από 110 είδη ψαριών, από τα οποία περίπου το 30% είναι ενδημικά της νότιας Βαλκανικής. Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε την μπράνα των Πρεσπών (Barbus prespensis), τον ελληνοπυγόστεο (Pungitius hellenicus), και τη μαλαμίδα (Vimba melanops).

Οι υγρότοποι αποτελούν σημαντικά ενδιαιτήματα και για θηλαστικά όπως η βίδρα (Lutra lutra), ο λαγόγυρος (Citellus citellus) και το τσακάλι (Canis aureus), που βρίσκουν εκεί τροφή και καταφύγιο τις ξηρές και ζεστές μέρες της θερινής περιόδου. Στους μικρότερους υγρότοπους δεν απαντώνται τόσο πολλά θηλαστικά, υπάρχουν όμως πολυάριθμα αμφίβια και ερπετά. Κάποια από τα σχετικά κοινά είδη των ελληνικών υγρότοπων, όπως ο βάτραχος Rana ridibunda, το νερόφιδο Natrix natrix και οι νεροχελώνες (οικογένεια Emydidae), κινδυνεύουν με εξαφάνιση στην Ευρώπη.

Απειλές
Οι αποξηράνσεις αποτελούν την παλαιότερη απειλή για τους υγρότοπους τόσο της Ελλάδας όσο και ολόκληρης της Μεσογείου. Αρχικά, βασικοί λόγοι για τις αποξηράνσεις ήταν η αύξηση της γεωργικής γης και του διαθέσιμου αρδευτικού νερού, η μείωση των πλημμυρών που κατέστρεφαν τις σοδειές και η αντιμετώπιση του προβλήματος της ελονοσίας. Συνολικά, από το 1920 μέχρι τις μέρες μας αποξηράνθηκε το 60% των ελληνικών υγρότοπων. Σήμερα οι υγρότοποι της χώρας μας συνεχίζουν να υποβαθμίζονται, χωρίς όμως να ευθύνονται πλέον γι' αυτό αποκλειστικά οι ανάγκες σε γεωργική γη αλλά, όλο και περισσότερο, λόγοι οικιστικής και τουριστικής ανάπτυξης.

Υπάρχουν τέσσερις βασικοί παράγοντες υποβάθμισης των ελληνικών υγρότοπων:


α) Η μεταβολή της ποιότητας του νερού εξαιτίας της ρύπανσης (αστικά, γεωργικά και βιομηχανικά απόβλητα). Μελέτες που έγιναν το διάστημα 1992-1997 στη λεκάνη του Αξιού έδειξαν ότι στο 50%των γεωτρήσεων πόσιμου νερού υπάρχουν ίχνη λιπασμάτων και γεωργικών φαρμάκων, συχνά σε συγκεντρώσεις υψηλότερες των επιτρεπόμενων ορίων.
β) Η εξάντληση των υγροτοπικών πόρων (αποξηράνσεις, αμμοληψίες, εκχερσώσεις, υπερβολική ή/και παράνομη θήρα, υλοτομία, αλιεία). Είναι χαρακτηριστικό ότι η αλιευτική παραγωγή των μεγάλων ελληνικών λιμνών έχει μειωθεί σε λιγότερο από το μισό της παραγωγής του 1930, φαινόμενο που οφείλεται κυρίως στην εισαγωγή νέων αλιευτικών εργαλείων.
γ) Η απώλεια υγροτοπικών εκτάσεων (οικιστική ανάπτυξη, τουρισμός, αναψυχή, επέκταση καλλιεργειών και κτηνοτροφίας). Η Μεσόγειος κάθε χρόνο φιλοξενεί το 30% των τουριστών παγκοσμίως, και οι υγρότοποι αποτελούν όλο και πιο δημοφιλή προορισμό.
δ) Η μεταβολή του υδρολογικού καθεστώτος, με την κατασκευή φραγμάτων, αρδευτικών δικτύων κτλ. Το μεγαλόπνοο έργο της εκτροπής του Αχελώου θα διαταράξει σοβαρά την ποιότητα των βιότοπων της ευρύτερης περιοχής και θα επηρεάσει αρνητικά την ορνιθοπανίδα σε ολόκληρο το σύστημα των υγρότοπων του Μεσολογγίου.

Πηγή για τα παραπάνω :  WWF -( Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση - World Wide Fund for Nature  - http:// www.wwf.gr- επισκεφτείτε το )