Θέματα

 
Ευαγγελία Λιακοπούλου, Β3

Η εξέλιξη της Μουσικής στο πέρασμα των αιώνων

Η ιστορία της μουσικής έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι πριν από την ανακάλυψη συγκεκριμένων μουσικών οργάνων, ο άνθρωπος χρησιμοποίησε τον θόρυβο που έβγαινε απ’ το χτύπημα των ποδιών του στο χώμα, καθώς και τους ήχους που προκαλούσε το χτύπημα των χεριών του, η κρούση ενός πυριτόλιθου ή ενός κομματιού ξεραμένου ξύλου ή τα ανεβοκατεβάσματα της ίδιας του της φωνής.

Απ’ τα πρώτα στάδια του πολιτισμού βρίσκουμε ίχνη μουσικής έκφρασης. Έχουμε αρκετές μαρτυρίες από την εποχή του λίθου ακόμα κι απ’ του χαλκού, όπως μουσικά όργανα ή θραύσματά τους ή ζωγραφικές απεικονίσεις εκτελεστών-μουσικών οργάνων που συνοδεύουν το τραγούδι ή το χορό με ποικιλόσχημα όργανα. Για τους παλιούς πολιτισμούς η μουσική είναι το μέσο επικοινωνίας, εξορκισμού των φόβων του ανθρώπου, επίκληση των πνευμάτων των προγόνων και εξευγενισμού των θεών.

Οι αρχαιότερες μαρτυρίες ανάγονται στον αιγυπτιακό πολιτισμό. Αλλά και στις Ινδίες «Βεδδές», κείμενα που χρονολογούνται πριν απ’ τη Βίβλο, περιέχουν πολλές αναφορές στη μουσική. Στην Κίνα, τον 3ο π.Χ. αιώνα, ο αυτοκράτορας Χοάνγκ-Τι, ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις του, είχε εξαγγείλει και το σύστημα της μουσικής αρμονίας.
Οι αρχαίοι Έλληνες θεοποίησαν ουσιαστικά τη μουσική, αφού ο Απόλλωνας με τη λύρα του, δίδασκε την τέχνη της σε θεούς κι σε ημίθεους. Ο Παν με τον αυλό του, γοήτευε και τα αηδόνια. Ο Ορφέας, με την λύρα του, μάγευε ακόμη και τα μυθικά τέρατα. Ο Τέρπανδος, ο Αρχίλογος, ο Θαλήτας κ.α. αποτελούν φυσιογνωμίες της αρχαίας ελληνικής μουσικής που η φήμη τους είχε απλωθεί στο πανελλήνιο.
Κατά την εποχή του Ομήρου, συντελείται μια ταχύτατη άνοδος στον ελληνικό μουσικό πολιτισμό που οδηγεί, γύρω στο 700π.Χ σε μία σημαντικότατη άνθιση.
Η αρχαιότερη μορφή μουσικής το έπος ένα μακροσκελές αφηγηματικό ηρωικό τραγούδι που έψαλε στα συμπόσια ηγεμόνων ένας τεχνίτης τραγουδιστής ο αοιδός υμνώντας τα έργα των θεών και τις σπουδαίες πράξεις των ηρώων. Στις παραστάσεις γεωμετρικών αγγείων της ομηρικής εποχής ο αοιδός συνοδεύει τα έπη με την φόρμιγγα κι ανοίγει το χορό. Στον Όμηρο επίσης αναφέρεται η σύριγξ ως μουσικό όργανο των βοσκών.
Σύμφωνα με την μυθολογία, οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως οι Μούσες –και κάποτε ο Απόλλωνας –δίδασκαν στους αοιδούς τα μέλη που τραγουδούσαν και που συνοδεύονταν σχεδόν πάντα από χορό. Στην ομηρική εποχή οι ραψωδοί κρατώντας τις χαρακτηριστικές τους ράβδους, ταξίδευαν σε όλη την Ελλάδα και απάγγειλαν κομμάτια απ’ τα ομηρικά έπη, καθώς και δικούς τους στίχους, αλλά όχι πια με τη συνοδεία μουσικών οργάνων.

Το αρχαίο ελληνικό δράμα (τραγωδία και κωμωδία), ήταν ένα είδος όχι απλώς θεατρικό, αλλά μια τελετουργία όπου η μουσική έπαιζε θεμελιακό ρόλο. Απ’ τον “ψιλό λόγο” των επεισοδίων, ο ποιητής -συνθέτης, οδηγούσε το ακροατήριό του πρώτα στη μουσική απαγγελία των αναπαιστικών μερών, για να το εισαγάγει κατόπιν, στην υπέρτατη ποιητική και μουσική έκφραση τα στάσιμα, τους κομμούς, τα εμβόλιμα χορικά και μονωδικά ή αμοιβαία μέλη, που έψαλλαν ο χορός και οι υποκριτές με τη συνοδεία αυλού.
Απροσδόκητα απ’τ α μέσα του 5ου αιώνα, η μουσική στην Ελλάδα, προτρέχοντας όλων των τεχνών, αρχίζει μία καθοδική πορεία και μάλιστα σε μία εποχή που οι εικαστικές τέχνες είναι στη μεγάλη ακμή τους. Αυτή η προοδευτική κατάπτωση της μουσικής θα συνεχισθεί αδιάκοπα ως το τέλος της ελληνιστικής εποχής.

Στους τρεις πρώτους αιώνες διωγμών της Εκκλησίας -ως την κτίση της Κωνσταντινούπολης- έχουμε μία πρώτη περίοδο για την λατρευτική μουσική των χριστιανών. Χρησιμοποιούνταν οι ψαλμοί του Δαυίδ, που πρέπει να απαγγέλλονταν όπως και σήμερα και μικρά αποσπάσματα,  διαφορετικά κατά τόπους. Ήταν ύμνοι και ωδές “πνευματικές” και η μετάδοσή τους ήταν κυρίως προφορική. Η μουσική κατάσταση στην εκκλησία διαφοροποιείται μετά την παύση των διωγμών, παίρνοντας μία τροπή σε πιο σύνθετες ποιητικές και μελωδικές μορφές.

Η μεγάλη βυζαντινή περίοδος(4ος-11ος αιών.), όπου αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε το εκκλησιαστικό υμνογραφικό έργο, διακρίνεται σε δύο υποπεριόδους, στην εποχή ακμής των μελωδών (4ος-6ος αι.) και στην εποχή του κανόνα (6ος-11ος αιών.)και της, με το χρόνο, διάκρισης υμνογράφων και μελοποιών με τις πιο εκτεταμένες μουσικές μορφές. Η ανάπτυξη αυτή συντελέστηκε κυρίως στα μεγάλα ελληνικά πνευματικά και μουσικά αστικά κέντρα της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Κωνσταντινουπόλεως. Στην ανάπτυξη, επίσης, της Βυζαντινής μουσικής αυτής τέχνης δεν πρέπει να παραλειφθεί, η μεγάλη συμβολή των Ελλήνων της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας.

Η μετά τον 10ο αιώνα εποχή, που την μεγάλη ακμή του Βυζαντίου ακολουθεί η γρήγορη κατάρρευσή του, στα υστερινά χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων, είναι μία μεγάλη περίοδος ακμής όλης της βυζαντινής τέχνης, που όμως ανήκει στο νέο ελληνισμό, που έχει καθαρά διαμορφωθεί. Οι Βυζαντινοί, αν και περιορίσθηκαν κυρίως στην εκκλησιαστική μουσική, χάρισαν ωστόσο στη μουσική τέχνη ένα νέο αλφάβητο, που δεν αποκλείεται να έχει αρχαίες ρίζες. Το αλφάβητο αυτό έχει 7 φθόγγους, όπως και το καθιερωμένο ευρωπαϊκό. Βυζαντινό πα, βου, γα, δι, κε, ζα, νη Ευρωπαϊκό ντο, ρε, μι, φα, σολ, λα, σι

Μπορεί ο Μεσαίωνας να έμεινε γνωστός ως εποχή σκοταδισμού και προκαταλήψεων αλλά οι αλλαγές στην μουσική είχαν φωτεινό χαρακτήρα. Μέχρι τότε, κυριαρχούσαν οι εκκλησιαστικοί ύμνοι με απλές, εύκολες μελωδίες. Η μεσαιωνική μουσική χαρακτηρίζεται από πολυφωνία (επιπλέον μελωδίες προστίθενται στη βασική και ο ήχος γίνεται πιο ποικίλος και ευχάριστος. Από τις αρχές του Μεσαίωνα άρχισαν να εμφανίζονται και στην Ευρώπη οι περιπλανώμενοι μουσικοί που τους συναντάμε σε όλους τους πολιτισμούς της ανθρωπότητας. Αυτοί ήταν λαϊκοί μουσικοί και ποιητές (αλλά ταυτόχρονα και ηθοποιοί, ακροβάτες και μίμοι)που περιφέρονταν στις διάφορες χώρες και έδιναν παραστάσεις στις γιορτές και στα πανηγύρια. Τα διάφορα εποχιακά πανηγύρια που οργανώνονταν σε όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις ήταν πολύ σημαντικά σ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, γιατί βοηθούσαν στην εξάπλωση του εμπορίου, γι’ αυτό όλοι οι ηγεμόνες είχαν θεσπίσει ειδικούς νόμους που τα προστάτευαν. Οι μουσικοί που έπαιζαν σ’ αυτά τα πανηγύρια ονομάζονταν «ζογκλέρ» και ήταν βέβαια αγράμματοι όπως και ο υπόλοιπος λαός. Τα τραγούδια που έφτιαχναν ήταν στη γλώσσα που μιλούσε ο λαός (δεν ήταν δηλαδή στα λατινικά που η γλώσσα των μορφωμένων).Καθώς αυτοί οι μουσικοί ταξίδευαν από χώρα σε χώρα, βοηθούσαν στη διάβαση των λαϊκών μουσικών των διαφόρων λαών της Ευρώπης απ’ τη μία περιοχή στην άλλη. Υπήρχαν όμως και περιπλανώμενοι μουσικοί που ήταν μορφωμένοι, είχαν σπουδάσει δηλαδή στα μοναστήρια τους κανόνες της εκκλησιαστικής μουσικής και γνώριζαν επίσης Λατινικά. Αυτοί οι μουσικοί, που ονομάζονταν μινιστρέλοι ή γολιάρδοι ή τροβαδούροι, κατάγονταν συχνά από οικογένειες ευγενών και περιφέρονταν στις διάφορες Αυλές των αρχόντων συνθέτοντας τραγούδια που ήταν περισσότερο «έντεχνα». Οι στίχοι των τραγουδιών τους ήταν συνήθως στα λατινικά και η μουσική που τους συνόδευε ήταν γραμμένη και ακολούθησε τους κανόνες της εκκλησιαστικής μουσικής. Τα τραγούδια τους συνοδεύονταν από έγχορδα όργανα που έπαιζαν οι ίδιοι.

Το 17ο αιώνα η Καθολική Εκκλησία στην προσπάθεια της να διασφαλίσει το γόητρο και το κύρος της ξεκίνησε μία μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία με όπλο τις Τέχνες. Έτσι γεννήθηκε ένα καλλιτεχνικό ρεύμα που ονομάστηκε Μπαρόκ. Το μπαρόκ χαρακτηρίζεται από ύφος πομπώδες κι επιβλητικό. Η μουσική αυτής της εποχής γίνεται πιο συναισθηματική κι εκφραστική. Το ενδιαφέρον στρέφεται στη χρήση μουσικών οργάνων και προκύπτει η έννοια της ορχήστρας. Προς το τέλος αυτής της περιόδου, εμφανίζεται το πιάνο. Η κανονική του ονομασία είναι πιανοφόρτε, δηλαδή «σιγανά- δυνατά».Αντικαθιστά το τσέμπαλο και γίνεται το αγαπημένο μουσικό όργανο των καλλιτεχνών αλλά και του κοινού. Η πρώτη αίθουσα όπερας ανοίγει για το πλατύ κοινό στη Βενετία. Η όπερα μέχρι τότε αποτελούσε προνόμιο των βασιλιάδων και τα θέματα που δραματοποιούσε ήταν μυθολογικά. Ο απλός κόσμος, όμως, απαιτούσε πιο απλά και ρεαλιστικά ακούσματα.

 Την περίοδο αυτή σημαδεύουν συνθέτες, όπως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ (1685-1750), ο Χένρι Περσέλ (1659-1695), ο Αντόνιο Βιβάλντι (1678-1741)κι ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ (1685-1759). Οι πολύπλοκες μελωδίες του Μπαρόκ αντικαθίστανται από δυνατές μελωδίες όπου κυριαρχεί το πιάνο. Η μουσική γίνεται όλο και πιο δραματική και ποιητική. Ο νέος αυτός τρόπος χρήσης της μουσικής γλώσσας, που ονομάστηκε «κλασικό στυλ», ξεκίνησε τη φορά αυτή απ’ τη Βιέννη, την πρωτεύουσα της Αυστρίας. Η Βιέννη λοιπόν ήταν εκείνα τα χρόνια μία πόλη με μεγάλη λάμψη κι ακτινοβολία. Η αυτοκρατορική Αυλή αλλά και η υπόλοιπη αριστοκρατία υποστήριζαν τις τέχνες και ιδιαίτερα τη μουσική και την όπερα. Όμως εκτός απ’ την αριστοκρατία, υπήρχε κι ένα μεγάλο κοινό από μεσαία κοινωνικά στρώματα με μεγάλη μουσική καλλιέργεια. Έτσι στη Βιέννη υπήρχε και μεγάλη δεκτικότητα και μεγάλη ζήτηση για τη μουσική. Πολλοί άνθρωποι έπαιζαν μουσική στα σπίτια τους. Αλλά και στους δρόμους και στις πλατείες και στα πάρκα γίνονταν υπαίθριες συναυλίες με έργα συμφωνικής μουσικής. Ο Αυστριακός Βόλιγκανγκ Αμάντεους Μότσαρτ (1756-1791) συνθέτει τρεις πολύ δημοφιλείς όπερες τους Γάμους του Φιγκαρό, τον Ντον Τζοβάνι και το Μαγεμένο Αυλό. Ο χαρακτήρας είναι άλλοτε χιουμοριστικός κι άλλοτε δραματικός. Ο Κουρέας της Σεβίλλης του Ιταλού Τζοακίνο Ροσίνι (1792-1868) έρχεται να ανανεώσει την όπερα με χαρούμενες μελωδίες. Άλλοι σπουδαίοι μουσουργοί της εποχής είναι ο Αυστριακός Γιόζεφ Χάιντν (1732-1809), ο επίσης Αυστριακός Φράντς Σούμπερτ (1797-1828) και ο μεγάλος Γερμανός Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν (1770-1827).

Οι καλλιτέχνες του Μπαρόκ ή του «κλασσικού στυλ» δεν είχαν συνείδηση ότι ανήκουν σε κάποιο συγκεκριμένο αισθητικό ρεύμα. Δημιουργούσαν ακολουθώντας το γούστο της εποχής τους, κι όταν αυτό άλλαζε –όπως έγινε την εποχή του Διαφωτισμού- το ακολουθούσαν κι αυτοί. Οι καλλιτέχνες του Ρομαντικού Κινήματος όμως ήξεραν ότι αποτελούν την πρωτοπορία της εποχής τους και μάλιστα χαρακτήριζαν και οι ίδιοι τους εαυτούς τους ως «Ρομαντικούς». Η σημασία που έδιναν οι ρομαντικοί καλλιτέχνες στην εσωτερική περιπέτεια της ανθρώπινης ψυχής και των αγνώστων και ανεξέλεγκτων συναισθηματικών μεταπτώσεων συνδυάστηκε και με μία αγάπη για την περιπέτεια και με την αναζήτηση θεμάτων που περιέγραφαν αγνώστους, μυστηριώδεις και παραμυθένιους τόπους. Αυτή η διάθεση φυγής από την καθημερινή πραγματικότητα είχε βέβαια σχέση και με τη γενικότερη απογοήτευση που επικρατούσε στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αρκετές από τις ιδέες που χαρακτήριζαν το Ρομαντικό Κίνημα άρχισαν ήδη να φαίνονται και μέσα από το έργο του Μπετόβεν. Άρχισαν όμως να φαίνονται και τα μέσα απ’ τις όπερες και τα τραγούδια δύο σύνθετων που έζησαν την ίδια εποχή μ ’αυτόν, του Κάρλ Μαρία φον Βέμπερ και του Φραντς Σούμπερτ.

Η μουσική των αρχών του 20ού αιώνα «σπάει» τους κανόνες και τις παραδόσεις των προηγουμένων περιόδων. Οι συνθέτες πειραματίζονται με νέες φόρμες, νέες τεχνικές και στυλ. Από τα ονόματα που ξεχωρίζουν οι Ρώσοι Σεργκέι Ραχμάνικοφ (1873-1975), Ιγκόρ Στραβίνσκυ (1882-1971) και Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975).ο Γάλλος Μόρις Ράβελ ο Γερμανός Ριχαρντ Στράους (1864-1949),ο Ισπανός Μάνουελ ντε Φάλια (1876-1946) Σταθμό στην περίοδο από το 1940 έως σήμερα, αποτελεί η ροκ μουσική, που επικράτησε στη Δύση από το 1955.Έχοντας τις ρίζες της στη «μαύρη» μουσική, που είχε εκφραστεί από τη τζαζ και τα μπλουζ, ξεκίνησε απ’την Αμερική και γρήγορα εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Το ροκ δεν επηρέασε απλώς την κουλτούρα των νέων εκείνης της εποχής έγινε τρόπος ζωής τους. Αυτό που ξεχώριζε τη ροκ μουσική ήταν κυρίως η χρήση της ηλεκτρικής κιθάρας. Στη δεκαετία του ’70 εμφανίστηκε η ντίσκο, ήχος ρυθμικός και απόλυτα χορευτικός. Η ραπ, που στην αρχή γραφόταν από και απευθυνόταν σε μαύρους, γρήγορα κατακτήθηκε και από τους λευκούς καλλιτέχνες.

Την τελευταία δεκαετία, κυρίως, αναπτύσσεται έντονο ενδιαφέρον για τις εθνικές δημιουργίες, για μελωδίες δηλαδή, επηρεασμένες από τη λαϊκή παράδοση. Όσο για την ηλεκτρονική μουσική, αυτή παρακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις και ανοίγει τους μουσικούς δρόμους του μέλλοντος.

Στην αρχή της σελίδας

 

Σχολείο|Πολιτιστικά|Προγράμματα|Εκδόσεις|Εκπ.Υλικό|Σελ.Μαθητών|Site|14thDM

Στην αρχική σελίδα

email us
e-mail us
g14per@otenet.gr

Αναζήτηση στο Site
Όλο το site σε μια σελίδα
Οδηγίες πλοήγησης στο site

InteRMediA TeaM 14ου Γυμνασίου Περιστερίου
Σχεδίαση Site