Επιστροφή στην αρχική σελίδα Του Παρατηρητηρίου Ελεύθερων Χώρων 

ΠΟΛΙΤΙΚΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΗ τεύχος XΙΙΙ

Προηγούμενα τεύχη: (τεύχος Ι), (τεύχος ΙΙ), (τεύχος ΙΙΙ)  (τεύχος IV) (τεύχος V) (τεύχος VI) (τεύχος VII) (τεύχος VIII) (τεύχος ΙΧ) (τεύχος Χ) (τεύχος ΧΙ) (τεύχος ΧΙΙ)

Επενδύστε στην "Ελλάδα Α.Ε."

Ένας παραμηχανισμός καταστρατήγησης κάθε κανόνα δημιουργείται με το νομοσχέδιο. Η Α.Ε. λειτουργεί "χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας", άρθρο 5, και εποπτεύεται από κοινού από τον υπουργό Επικρατείας, "με αρμοδιότητα τις στρατηγικές επενδύσεις, κατά το μέρος που αφορά στην προσέλκυση, υποδοχή, προώθηση και υποστήριξη στρατηγικών επενδύσεων κατά την έννοια του νόμου για τις στρατηγικές επενδύσεις, και τον υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κατά το μέρος που αφορά στην προσέλκυση, υποδοχή, προώθηση και υποστήριξη των λοιπών επενδύσεων".

Υποδέχεται αιτήσεις επενδυτών, αξιολογεί, γνωμοδοτεί, διεκπεραιώνει εντός τριμήνου το σύνολο των αδειοδοτικών διαδικασιών...

Η Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων (ΔΕΣΕ), την οποία απαρτίζουν ως πρόεδρος ο υπουργός Επικρατείας και ως μέλη οι υπουργοί Οικονομικών, Περιφερειακής Ανάπτυξης, ΠΕΚΑ, Υποδομών, Πολιτισμού και ο εκάστοτε αρμόδιος υπουργός, αποφασίζει μέσα σε προθεσμία τριάντα εργάσιμων ημερών ποιες επενδυτικές προτάσεις εντάσσονται στις εξπρές διαδικασίες μετά από εισήγηση της Α.Ε. Στο χέρι του υπουργού Επικρατείας είναι αν η απόφαση για ένταξη "μπορεί να κυρώνεται από τη Βουλή ή μπορεί να ενημερώνεται η Βουλή για τη σχετική ένταξη"!

Η ΔΕΣΕ μπορεί να εντάξει και οποιαδήποτε επενδυτική πρόταση κρίνει ότι είναι μείζονος σημασίας για την εθνική οικονομία "και να καθορίσει την ταρίφα για το ύψος του ποσού που οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές καταβάλλουν στην Α.Ε. για να αξιολογήσει τον φάκελο και να το προωθήσει. Διαχειριστική Αμοιβή Αξιολόγησης και διαχειριστική αμοιβή προώθησης τιτλοφορούνται, και υπολογίζονται βάσει του κόστους της επένδυσης. Από την καταβολή τους δεν εξαιρούνται ούτε τα έργα του Δημοσίου (δημόσια στρατηγική επένδυση ονομάζονται πλέον).

Κατά το νομοσχέδιο, οι δημόσιες στρατηγικές επενδύσεις ανατίθενται μέσω ανοιχτών διεθνών διαγωνισμών σε μία φάση κλειστών ή με "άλλες μορφές ανάθεσης". Δηλαδή και απευθείας με απόφαση της διυπουργικής οι υπουργοί είναι χρήσιμοι ανάλογα την αρμοδιότητα, π.χ. να διευκολύνουν τη διεκπεραίωση των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων υπέρ των ιδιωτών, τη χωροθέτηση όλων των έργων, κύριων, βοηθητικών και συνοδών την έγκριση περιβαλλοντικών όρων, έκδοση αδειών κ.ά.

Η "Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε." διοικείται από εννέα μέλη. Τον πρόεδρο ορίζει ο υπουργός Επικρατείας και τον διευθύνοντα σύμβουλο ο υπουργός Περιφερειακής Ανάπτυξης και από κοινού διορίζουν άλλους τρεις. Από έναν εκπρόσωπο στο Δ.Σ. προτείνουν η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, ο ΣΕΒ και η ΓΣΕΕ για να χρυσωθεί το χάπι. Και σε μια εποχή που η κυβέρνηση εμφανίζει το μέσο μηνιαίο κόστος εργασίας ως εισόδημα των εργαζομένων για να δυσφημήσει και να συρρικνώσει τις ΔΕΚΟ, για την Α.Ε. προβλέπονται προσλήψεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ορισμένου χρόνου και με συβάσεις έργου, αλλά και κατά παρέκκλιση της νομοθεσίας, προσλήψεις συμβούλων.

Επίσης προβλέπονται προσλήψεις από τον ιδιωτικό τομέα με ειδική συμφωνία! Η Α.Ε. μπορεί να ιδρύει παραρτήματα, υποκαταστήματα και γραφεία ανά την επικράτεια και στο εξωτερικό... Οι μετοχές της είναι αποκλειστικά του Δημοσίου. Θα χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και προβλέπονται έσοδα από "προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες, από την εκμετάλλευση της περιουσίας της, από ανταποδοτικές εισφορές, τέλη και αμοιβές για τις υπηρεσίες που προσφέρει".

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=574757 (18-10-2010)

 

Επιστροφή

 

Αντισυνταγματικές οι ρυθμίσεις

Σταυρογιάννη Λ.

Πλήθος αντιρρήσεων, διαφωνιών, ενστάσεων συνταγματικότητας και αντίθεσης με διεθνείς συνθήκες και ερωτημάτων εξέφρασαν οι υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ επί του νομοσχεδίου, οι οποίες περιφρονήθηκαν στην τελική του μορφή, όπως και οι παρατηρήσεις εννέα περιβαλλοντικών οργανώσεων.

Πρώτο σημείο διαφωνίας οι ασφυκτικές προθεσμίες, κατά το άρθρο 23, "η διοικητική διαδικασία ολοκληρώνεται και οι αναγκαίες γνώμες και άδειες για την εκτέλεση των έργων, ιδίως σε σχέση με χωροταξικές και περιβαλλοντικές άδειες, συνοδά και βοηθητικά έργα και έργα σύνδεσης, εκδίδονται μέσα σε προθεσμία ενός μηνός. Η προθεσμία αρχίζει από την υποβολή σχετικής αίτησης από την 'Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.' στην αρμόδια υπηρεσία. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής τεκμαίρεται ότι η άδεια που έχει ζητηθεί έχει δοθεί σύμφωνα με τη σχετική αίτηση. Η άπρακτη παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα που καταλογίζεται στον αρμόδιο υπάλληλο και επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα".

Οι προβλέψεις αυτές ακυρώνουν τη γνώμη των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, πολιτών, ΟΤΑ, φορέων κ.ά., κατά παράβαση της σύμβασης του Άαρχους για την πρόσβαση στην περιβαλλοντική πληροφόρηση, προειδοποιούν. Αντισυνταγματική, όπως επισημαίνουν, είναι η διάταξη του άρθρου 8, η οποία καταστρατηγεί εγκεκριμένα σχέδια πόλης εισάγοντας παρεκκλίσεις από τους ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης και από τις διατάξεις του ΓΟΚ, καθώς συνιστούν επιδείνωση του οικιστικού περιβάλλοντος, π.χ. με την αύξηση του συντελεστή δόμησης ή την αύξηση της κάλυψης, και έρχονται σε αντίθεση με την πάγια νομολογία του ΣτΕ κατ' επιταγή του άρθρου 24 και 2 του Συντάγματος. Οι παρεκκλίσεις μάλιστα προβλέπεται να εγκριθούν με Προεδρικά Διατάγματα, τα οποία ελέγχονται προληπτικά από το ΣτΕ. Γι' αυτό και η κουτοπονηριά των συντακτών του νομοσχεδίου πως οι παραπάνω παρεκκλίσεις γίνονται... "για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος"! Όσον αφορά στα Σχέδια Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Περιοχών Εγκατάστασης Στρατηγικών Επενδύσεων, παρατηρούν ότι αποτελούν αντιγραφή σχετικού άρθρου ολυμπιακού νόμου του 1993, υπογραμμίζοντας πως βάσει της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας πρέπει να υποβάλλονται σε διαδικασία περιβαλλοντικής εκτίμησης με τη σχετική Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων να εγκρίνεται με το Προεδρικό Διάταγμα των ειδικών σχεδίων.

Εγείρουν θέμα νομιμότητας των ειδικών σχεδίων διότι δεν καθορίζουν χρήσεις γης, κάτι που προϋποθέτει γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος. Άκρως προβληματική θεωρούν τη διάταξη που προβλέπει την απαλλοτρίωση δασικών εκτάσεων, χωρίς να προηγηθεί πράξη χαρακτηρισμού του άρθρου 14 του νόμου 998/1979 για την προστασία των δασών. Όπως εξηγούν, με την πράξη αυτή αποδεικνύεται ότι η προς απαλλοτρίωση έκταση είναι δασική, άρα ισχύει το τεκμήριο του Δημοσίου. Άρα ουσιαστικά το νομοσχέδιο χαρίζει δημόσια περιουσία στους επενδυτές.

Εν πολλοίς, αυτά είδαν οι υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ. Υπάρχουν όμως και άλλες διατάξεις του νομοσχεδίου που καταργούν τον σχεδιασμό και κακοποιούν αιγιαλό και παραλία. Π.χ. "για την πραγματοποίηση στρατηγικών επενδύσεων επιτρέπεται η παραχώρηση στον κύριο του έργου του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, παραλίας, συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου ή του πυθμένα μετά από αίτηση της 'Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.'. Η παραχώρηση γίνεται μετά από έκδοση των διαταγμάτων των ειδικών σχεδίων ολοκληρωμένης ανάπτυξης και θεωρείται... δημόσιας ωφέλειας με κοινή υπουργική απόφαση.

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=574769

 

Επιστροφή

 

Δύο ταχυτήτων ρύθμιση για τους ημιυπαίθριους

Ρύθμιση δύο «ταχυτήτων» προωθεί το υπουργείο Περιβάλλοντος για την τακτοποίηση παρανομιών σε ημιυπαίθριους, υπόγεια, πιλοτές κ.λπ., που βρίσκονται σε οικοδομές όπου δεν έχει εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης.

Σήμερα οι πολεοδομίες αυτοσχεδιάζουν...

Με νέα εγκύκλιο, που ετοιμάζεται σύμφωνα με πληροφορίες, θα εξαιρεθούν από τα μέτρα όσες οικοδομές αυτής της κατηγορίας ανήκουν σε έναν ιδιοκτήτη, ο οποίος θα κληθεί να τακτοποιήσει το θέμα με αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας. Θα μπορούν όμως να ενταχθούν στις ρυθμίσεις όλα τα ακίνητα που έχουν σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας. Είναι μια πράξη δικαίου, καθώς αν ένας συνιδιοκτήτης έχει παρανομήσει εκ των πραγμάτων θα αφαιρούσε τετραγωνικά από τους υπόλοιπους.

Η προσέλευση ιδιοκτητών στις πολεοδομίες παρουσιάζει συνεχή αύξηση και οι τακτοποιημένοι χώροι έχουν ξεπεράσει τις 200.000 και το μέσο κόστος υπολογίζεται σε 2.800 ευρώ ανά ιδιοκτησία. Σε μεγάλα γραφεία η ημερήσια προσέλευση ξεπερνά τα 200 άτομα και από το υπουργείο διευκρινίζεται ότι δεν θα δοθεί παράταση της προθεσμίας, που λήγει στις 30 Δεκεμβρίου.

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=18/10/2010&id=214675

 

Επιστροφή

 

Με το «πιστόλι» πάντα στον «κρόταφο»

Μια τεκμηριωμένη προσέγγιση στο «Μνημόνιο συνεργασίας» μεταξύ υπουργείου Πολιτισμού - Τουρισμού και υπουργείου Υποδομών για τις αρχαιολογικές εργασίες στα «μεγάλα έργα», από τον Σύλλογο Εκτάκτων Αρχαιολόγων.

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ

«Αν η Αρχαιολογική Υπηρεσία σταματούσε ένα έργο γι' αυτό το διάστημα, θα μας πήγαιναν δεμένους στο Σύνταγμα»...

Η παραπάνω φράση ακούστηκε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο το 2001, την εποχή που τα «μεγάλα έργα» ήταν στο απόγειο τους με αφορμή, κυρίως, τους επερχόμενους ολυμπιακούς αγώνες, αλλά και την Εγνατία, το μετρό κ.ά. Στην προκειμένη περίπτωση το θέμα ήταν η διάλυση ή όχι αρχαιοτήτων που είχαν βρεθεί στο τμήμα Ασπροβάλτα - Στρυμόνας της Εγνατίας Οδού. Η κατάστασή τους θεωρήθηκε πως «δεν επέτρεπε τη διατήρησή» τους. Έτσι, το ΚΑΣ γνωμοδότησε υπέρ της διάλυσής τους. Πριν, όμως, έγινε ολόκληρη συζήτηση για τη γραπτή, έστω, διάσωσή τους. Κάτι, στο οποίο όλοι συμφωνούσαν... θεωρητικά, αλλά πρακτικά, λόγω των μεγάλων ελλείψεων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία που ουδέποτε καλύφθηκαν - αντίθετα επιδεινώθηκαν - δεν μπορούσε να γίνει. Ακόμη και για μια στοιχειώδη μελέτη τους θα χρειάζονταν δύο και τρεις μήνες. Διάστημα που προκάλεσε το αρχικό σχόλιο.

Ήταν η εποχή που οι «μάχες» ανάμεσα στους αρχαιολόγους και τους εργολάβους ήταν στο απόγειο τους. Ήταν τότε που το ΚΚΕ κατέθετε Ερωτήσεις στη Βουλή, σημειώνοντας ότι «δυστυχώς, οι ανασκαφές αυτές (σ.σ. σωστικές, λόγω των έργων) δε διενεργούνται σε όλες τις περιπτώσεις με τον ορθό τρόπο, επειδή ο ρυθμός εργασίας είναι απαράδεκτα ταχύς, σε συνδυασμό και με την έλλειψη του κατάλληλου και εξειδικευμένου προσωπικού. Έτσι οι αποκαλυπτόμενες αρχαιότητες, οι οποίες συνήθως είναι μοναδικές, συλλέγονται και αποθηκεύονται χωρίς να παίρνονται τα αναγκαία μέτρα για τη σωστή αποθήκευση, συντήρηση και μελέτη».

Από τα ΣΔΙΤ στα «μνημόνια»

Τόσο οι διαπιστώσεις του ΚΚΕ τότε, όσο και το αρχικό σχόλιο στον ΚΑΣ, είναι ενδεικτικά και της σημερινής «σχέσης» μεταξύ Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και «μεγάλων έργων», παρά την δεκαετία που πέρασε. Μάλιστα, σε αυτή τη δεκαετία ισχυροποιήθηκε το θεσμικό πλαίσιο του αστικού κράτους για την γρηγορότερη και καλύτερη εξυπηρέτηση του κεφαλαίου, τόσο άμεσα, αφού τα λεγόμενα «μεγάλα έργα» αφορούν στην κάλυψη των κάθε φορά κερδοσκοπικών/ στρατηγικών αναγκών του, όσο και έμμεσα, αφού, οι μεγάλες κατασκευαστικές επιχειρήσεις - άλλος κλάδος δηλαδή του μεγάλου κεφαλαίου - καρπώνεται το κέρδος από την κατασκευή τους.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο νόμος 3389 του 2005 για τις «Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα», οι «περίφημες» «ΣΔΙΤ», οι οποίες αποτελούν ένα από τα μεγάλα κερδοσκοπικά «κελεπούρια» του κεφαλαίου. Στο Άρθρο 21 εκείνου του νόμου αναφέρεται ότι σε περίπτωση ανεύρεσης αρχαιοτήτων κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, η Αρχαιολογική Υπηρεσία «υποχρεούται εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών να υποδείξει τρόπους συνέχισης των εργασιών ή/ και να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη διαφύλαξη των αρχαιοτήτων». Στην αντίθετη περίπτωση, το Δημόσιο θα υποχρεούται να δώσει στους ιδιώτες παράταση «ίση με την καθυστέρηση που προκλήθηκε από τη μη συμμόρφωση της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας». Επιπλέον, ο ιδιώτης θα δικαιούται «ν' αναζητήσει την ανόρθωση κάθε θετικής ζημίας που τυχόν υπέστη από την καθυστέρηση».

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση για «διάσωση», «συντήρηση» ή έστω «καταγραφή» και «τεκμηρίωση» του πλήθους των ευρημάτων που έρχονται στο φως κατά τη διαδικασία κατασκευής των έργων. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τη σημερινή κυβέρνηση να συνεχίζει την ίδια πολιτική, με μια ρητορική που να εμφανίζεται «φιλική» προς την πολιτιστική κληρονομιά.

Ο λόγος γίνεται για το «Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας για τα Μεγάλα Έργα» που υπογράφεται μεταξύ του υπουργείου Πολιτισμού Τουρισμού και του υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, στο πλαίσιο των σχετικών αποφάσεων που λήφθηκαν κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής μεγάλων έργων στις αρχές του περασμένου Σεπτέμβρη.

Δηλωμένος σκοπός του «μνημονίου» είναι «η διευκόλυνση, η συστηματοποίηση και η επιτάχυνση των αρχαιολογικών εργασιών, καθώς και των εργασιών προστασίας και ανάδειξης των μνημείων, στο πλαίσιο κατασκευής Δημοσίων Συγχρηματοδοτούμενων Έργων».

Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για έναν τρόπο, ώστε τα «μεγάλα έργα» να «απελευθερωθούν» από το «βραχνά» των αρχαιοτήτων που «ξεφυτρώνουν»... σε «λάθος» μέρος τη «λάθος» στιγμή. Ακόμη και αν δεν υπήρχαν άλλα επιχειρήματα υπέρ της παραπάνω διαπίστωσης, θα αρκούσαν μόνο κάποιες απλές, ρητορικές ερωτήσεις: Πώς θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος; Με τις τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας; Με τους συμβασιούχους που «αυξομειώνονται» σχεδόν... εποχιακά;

Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι έκτακτοι αρχαιολόγοι δηλαδή, προχώρησαν σε μια αναλυτική προσέγγιση του «μνημονίου» στην οποία σημειώνεται εξαρχής, ότι «με πρόφαση την οικονομική κρίση, όπως αντίστοιχα συνέβη πριν το 2004 με πρόφαση τους Ολυμπιακούς Αγώνες, γίνεται προσπάθεια για "επίσπευση" των αρχαιολογικών εργασιών. Η ανασκαφική διαδικασία όμως είναι μη αναστρέψιμη και όποια στοιχεία χαθούν εξ αιτίας της επίσπευσης που προγραμματίζεται δεν ανακτώνται (...) Η Αρχαιολογική Υπηρεσία οφείλει να διενεργεί μόνη της, αυτοτελώς και ανεξάρτητα, τις σωστικές ανασκαφές και τις υπόλοιπες αρχαιολογικές εργασίες, με επαρκές μόνιμο προσωπικό, χωρίς να εξαναγκάζεται σε παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, όπως είναι το "Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας", βασική μέριμνα του οποίου είναι να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των κατασκευαστών».

Διευκολύνοντας τους εργολάβους

Απαντώντας στο «βασικό ερώτημα», «ποια βαθύτερη ανάγκη επέβαλε τη σύνταξη του μνημονίου;», οι έκτακτοι αρχαιολόγοι αναφέρουν: «Όσοι θα μπουν στον κόπο να βρουν και να διαβάσουν τα άρθρα του Μνημονίου, θα διαπιστώσουν την προσπάθεια να "μετρηθεί" και να "ζυγιστεί" το αρχαιολογικό έργο με όρους τεχνοκρατικούς, να μπει σε καλούπια, προκειμένου να μπορούν οι μεγαλοεργολάβοι να προγραμματίζουν τις εργασίες τους με αριθμούς. Γεγονός όμως είναι ότι δεν είναι εφικτό να προγραμματιστούν και να οριστούν χρονικά οι ανασκαφικές εργασίες όπως γίνεται με ένα κατασκευαστικό έργο, καθώς είναι απρόβλεπτες. Όσο και να γνωρίζει κάποιος τις αρχαιολογικές θέσεις μιας περιοχής, είναι σχεδόν αδύνατο να προβλέψει τα ευρήματα που θα συναντήσει κατά τη διενέργεια μιας ανασκαφής».

Η πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ-Τ έχει πει πάνω σε αυτό, σε ανύποπτη στιγμή, ότι «προλαβαίνουμε». Οι αρχαιολόγοι (τουλάχιστον οι έκτακτοι) λένε ότι δεν προλαβαίνουν. Αλλά το βασικό είναι με ποια κριτήρια θα κριθεί το αν προλαβαίνει η υπηρεσία ή όχι. Διότι αν τα κριτήρια είναι αυτά που επιβάλλει ο αρχαιολογικός νόμος και η επιστημονική προσέγγιση, τότε, δεν έχει αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο από το 2001. Αν όντως τα κριτήρια εξακολουθούν να είναι επιστημονικά, τότε, οι έκτακτοι αρχαιολόγοι εκτιμούν, ότι «το μνημόνιο μεταβάλλει επίσης και τον χαρακτήρα της εργασίας του αρχαιολόγου, μετατοπίζοντας τις ευθύνες του προς έναν γραφειοκρατικό σχεδιασμό και απολογισμό των εργασιών. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζονται εκείνες οι αρμοδιότητες των προϊστάμενων αρχαιολόγων οι οποίες λίγη σχέση έχουν με το καθαυτό επιστημονικό αρχαιολογικό έργο, ενώ μάλλον εξυπηρετούν τα οργανογράμματα των εργολάβων. Ο ερευνητής και ερμηνευτής του παρελθόντος μέσα από τα υλικά κατάλοιπα που κληρονομήσαμε, μετατρέπεται σε απλό γραφειοκράτη και διεκπεραιωτή του σύγχρονου τεχνικού έργου».

Οι αρχαιολόγοι αναδεικνύουν και κάποιες επίφοβες «λεπτομέρειες». Έτσι, στο μνημόνιο ορίζεται ότι «οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι του ΥΠΠΟΤ θα παρακολουθούν όλες τις χωματουργικές εργασίες», χωρίς να ξεκαθαρίζεται «αν μία εκσκαφή σε χώρο με αρχαιολογικό ενδιαφέρον μπορεί να πραγματοποιείται, και επισήμως, χωρίς αρχαιολόγο, με απλή παρουσία αρχαιοφύλακα ή τεχνίτη».

Επίσης, προβλέπεται ότι «το αρχαιολογικό ανασκαφικό έργο, καθώς και τα έργα προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης ανήκουν στην αρμοδιότητα και διαχείριση των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠΠΟΤ (...) χωρίς καμία ανάμειξη του Κύριου του έργου ή του Αναδόχου στα επιστημονικά - αρχαιολογικά στοιχεία ή στην αξιοποίηση του ανασκαφικού υλικού, εκτός από ειδικές περιπτώσεις». Ορθά οι αρχαιολόγοι σχολιάζουν: «Καθώς οι "ειδικές περιπτώσεις" δεν προσδιορίζονται περισσότερο, το μνημόνιο ανοίγει την πόρτα, και επισήμως, σε "Αναδόχους", να αναμειχθούν σε εργασίες που άλλοτε διεξάγονταν αποκλειστικά από την Αρχαιολογική Υπηρεσία».

Υποστηρίζουν, επίσης, ότι προβλέπεται «επιπλέον ψαλίδισμα στις αρχαιολογικές δαπάνες, περιορίζοντάς τις από το 10% στο 5% του προϋπολογισμού του έργου. Με πρόσχημα την κρίση και την ανάγκη μείωσης των δαπανών, η προστασία της πολιτισμικής μας κληρονομιάς περνάει σε δεύτερη μοίρα. Το ερώτημα είναι αν μειώνονται αντιστοίχως στο μισό και τα εργολαβικά κέρδη. Φοβόμαστε, όμως, πως σκοπός είναι να μειωθούν οι αρχαιολογικές δαπάνες, ώστε να παραμείνει υψηλό το ποσοστό κέρδους των κυρίων και κατασκευαστών των έργων».

Σε ό,τι αφορά στα χρονοδιαγράμματα, οι αρχαιολόγοι σημειώνουν ότι «ανεξάρτητα από τη σπουδαιότητα, την έκταση, τον αριθμό, την κατάσταση των αποκαλυφθέντων αρχαίων μνημείων και ευρημάτων, το μνημόνιο παραχωρεί ως μέγιστη προθεσμία(!) το χρονικό διάστημα των 6 μηνών από το πέρας της ανασκαφής για την παράδοση της τελικής ανασκαφικής έκθεσης και του καταλόγου των ευρημάτων, αφήνοντας ασαφές αν στους 6 μήνες περιορίζεται και ο χρόνος ολοκλήρωσης της καταγραφής και μελέτης των αρχαιολογικών ευρημάτων. Ο χρονικός αυτός περιορισμός αντιβαίνει στην παρ. 3, του άρθρου 1 και στο άρθρο 11, όπου προβλέπεται η τεκμηρίωση, μελέτη των ευρημάτων, όπως και ορίζει ο Αρχαιολογικός Νόμος».

«Στην πράξη, η πίεση του χρόνου θα οδηγήσει μοιραία στη σύνταξη πρόχειρων ανασκαφικών εκθέσεων, με βιαστική τεκμηρίωση και περιγραφή των σταθερών καταλοίπων και κινητών ευρημάτων, καθώς και ελλιπών καταλόγων με ..ασυντήρητα ευρήματα. Μπαλώματα και προχειροδουλειές, προκειμένου να μην καθυστερήσουν, και, το κυριότερο, να μην επιβαρυνθούν περαιτέρω οικονομικά οι διαχειριστές των κονδυλίων».

Οι... «αναγκαίες υποχωρήσεις»

Σε ό,τι αφορά στο ποιος θα τα κάνει όλα αυτά, το μνημόνιο ορίζει ότι «το πάσης φύσεως αναγκαίο προσωπικό στα αρχαιολογικά έργα προσλαμβάνεται από τις αρμόδιες Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΥΠΠΟΤ, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο». «Το οποίο ουσιαστικά δεν υφίσταται» λένε οι αρχαιολόγοι, αφού, «το επιστημονικό και εξειδικευμένο εργατοτεχνικό προσωπικό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, εξαιρείται από το νομοσχέδιο για την "αναμόρφωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και την καθολική υπαγωγή τους στον πλήρη έλεγχο του ΑΣΕΠ" (...)». Επιπλέον, «αν δεν λυθεί το ζήτημα του 24μήνου (σ.σ. πέραν του οποίου ο εργαζόμενος απολύεται χωρίς δικαίωμα επαναπρόσληψης, βάσει του ΠΔ - «Παυλόπουλου») αποκλείεται το πιο έμπειρο προσωπικό από την εργασία σε μεγάλα έργα, καθώς όσοι εργάζονταν για πολλά χρόνια στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, έχουν ήδη συμπληρώσει 24μηνο».

Και η εκτίμηση των εκτάκτων αρχαιολόγων για το μνημόνιο καταλήγει: «Πέρα από το γεγονός ότι το "Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας" έρχεται να σταθεί δίπλα στους αρχαιολογικούς νόμους μάλλον ανταγωνιστικά, και όχι επικουρικά, πολύ σοβαρό είναι το γεγονός ότι προβλέπει τη δυνατότητα σύνταξης εξατομικευμένων μνημονίων για κάθε ένα Μεγάλο Δημόσιο Έργο (άρθρο 12). Το "Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας" ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για "διαπραγματεύσεις" ανάμεσα στο ΥΠΠΟΤ και το ΥΠΥΠΟΜΕΔΙ κάθε φορά που θα προετοιμάζεται κάποιο Μεγάλο Δημόσιο Έργο, προετοιμάζει το έδαφος για "αναγκαίες υπαναχωρήσεις" του Πολιτισμού, υπό το βάρος της ανάγκης πραγματοποίησης μεγάλων έργων σε περίοδο οικονομικής δυσπραγίας (...) σε καμία περίπτωση δεν πρέπει "συναντίληψη" και η "συνεργασία" να οργανωθούν σε βάρος της αρχαιολογίας και του Πολιτισμού. Είναι απαράδεκτο να κρύβεται η απαξίωση των μνημείων και η υποτίμηση του έργου των εργαζομένων στο χώρο του Πολιτισμού πίσω από τις διαπραγματεύσεις και συμφωνίες των Υπουργείων. Οφείλουμε να προστατεύσουμε, να διατηρήσουμε και να αναδείξουμε τα προϊόντα πολιτισμού που έχει να επιδείξει η χώρα, τα οποία αποτελούν κτήμα του ελληνικού λαού και τα οποία, σε καμία περίπτωση, δεν θα επιτρέψουμε να θυσιαστούν στο βωμό της ανάπτυξης και του γρήγορου κέρδους εργολάβων και εταιρειών».

http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=5888821&publDate=17/10/2010

 

Επιστροφή

 

Α.Π. 45262 Αθήνα 20 Μαρτίου 2012

ΘΕΣΕΙΣ ΣΑΔΑΣ – ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΝΕΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ»

Το θέμα της διατήρησης και της παραγωγής του δομημένου περιβάλλοντος απασχολεί έντονα τους μηχανικούς και ιδιαίτερα τους Αρχιτέκτονες. Εδώ και χρόνια, με τη διαστρέβλωση των θετικών στοιχείων του ΓΟΚ του ‘85 και τη συνεχιζόμενη υποβάθμιση των πόλεων, η χώρα έχει άμεση ανάγκη και οι αρχιτέκτονες ζητάμε ένα νέο σύγχρονο Οικοδομικό Κανονισμό, που να απελευθερώνει την αρχιτεκτονική δημιουργία και να θέτει το πλαίσιο για την ανάκαμψη του αστικού, περιαστικού και εξωαστικού περιβάλλοντος.

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ

Ο ΣΑΔΑΣ – Πανελλήνια Ένωση Αρχιτεκτόνων εκφράζει την ένστασή του στη διαδικασία προετοιμασίας ενός τόσο σημαντικού νομοσχεδίου όπως ο νέος Οικοδομικός Κανονισμός τονίζοντας ότι, για άλλη μια φορά, χάθηκε η δυνατότητα συνδιαμόρφωσης της νομοθεσίας, που αφορά στην καθημερινή, αξιοπρεπή άσκηση του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα, με τον κατεξοχήν αρμόδιο για το θέμα αυτό Φορέα. Διαφωνούμε επί της αρχής με τον ΝΟΚ, ως προς τον τρόπο προώθησης του Σχεδίου Νόμου, ως προς τον ελάχιστο χρόνο που δόθηκε για την διαβούλευση σε ένα τόσο σημαντικό θέμα και, κυρίως, ως προς το περιεχόμενό του. Θεωρούμε ότι ο νέος Οικοδομικός Κανονισμός θα έπρεπε να αποτελεί ένα θεσμικό πλαίσιο, σύγχρονο και εύληπτο, συνδεδεμένο με τον γενικό πολεοδομικό και τον αστικό σχεδιασμό, που θα λαμβάνει υπόψη το γενικό πλαίσιο Προστασίας του Περιβάλλοντος (φυσικού και ανθρωπογενούς) και την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συμφέροντος στο πλαίσιο των αρχών της Αειφορίας.

Συνεχίζουμε να απαιτούμε την απλοποίηση της πολεοδομικής/κτηριοδομικής νομοθεσίας με ένα πραγματικά νέο Οικοδομικό Κανονισμό, συνοπτικό και ξεκάθαρο ως προς το περιεχόμενο και την εφαρμογή του, που να λειτουργεί ως εργαλείο λιτό, ευανάγνωστο, μη επιδεχόμενο πολλαπλών ερμηνειών.

Δεχόμαστε λοιπόν και αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα ενός νέου Οικοδομικού Κανονισμού, ο οποίος θα πρέπει να έχει καινοτόμα χαρακτηριστικά, να εισάγει το πλαίσιο εφαρμογής πολεοδομικών και αναπτυξιακών κινήτρων και να αποδίδει την απαιτούμενη ελευθερία στην αρχιτεκτονική σύνθεση προς όφελος του δομημένου περιβάλλοντος και, τελικά, του κοινωνικού συνόλου.

ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

Ο «νέος» Οικοδομικός Κανονισμός, όπως ετοιμάστηκε στο ΥΠΕΚΑ, προσέφερε πλήρη απογοήτευση. Το Σχέδιο Νόμου που προτάθηκε προς ψήφιση δεν είναι λιγότερο περίπλοκο από τον υφιστάμενο ΓΟΚ, παρουσιάζει σύγχυση σε αρκετούς ορισμούς, αγκυλώσεις στην τροποποίηση ισχυόντων κανονισμών, εμμονές στην μείωση της επιτρεπόμενης κάλυψης, ως το μοναδικό εργαλείο βελτίωσης του αστικού και αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, ασάφειες που θα απαιτήσουν πλήθος ερμηνευτικών εγκυκλίων.

Προκειμένου να εξασφαλίσει τον περιορισμό των εν δυνάμει αυθαίρετων κατασκευών, δεν λαμβάνει υπόψη του την κατασκευαστική λογική και την ελευθερία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης.

Τα πολεοδομικά κίνητρα για την περιβαλλοντική αναβάθμιση και βελτίωση της ποιότητας ζωής, τα οποία αποτελούν βασική καινοτομία του, δεν είναι αρκετά καινοτόμα.

Η εφαρμογή τους, δεν θα έπρεπε να είναι οριζόντια. Θα έπρεπε να έπεται συγκεκριμένων προγραμματικών αποφάσεων για ανάπτυξη συγκεκριμένων περιοχών (πχ εμπορικοί άξονες, δίκτυο πεζοδρόμων, ομάδες οικοδομικών τετραγώνων κλπ.), που θα υποδεικνύονται μετά από διαγωνισμούς ιδεών σε επίπεδο αστικού σχεδιασμού. Τα κίνητρα που δίνονται για κατασκευή νέων κτηρίων είναι πρόχειρα σχεδιασμένα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι δυνατή η εξάντληση του Σ.Δ.

Συγχρόνως, δεν δίνονται κίνητρα για τη βελτίωση του υφιστάμενου κτηριακού αποθέματος και τα διατηρητέα κτήρια, ενώ μειώνονται αδικαιολόγητα τα κίνητρα για κατασκευή χαμηλών κτηρίων.

Το άρθρο 10 «περί περιβαλλοντικής αναβάθμισης και βελτίωσης της ποιότητας ζωής σε πυκνοδομημένες αστικές περιοχές», που αποτελεί και τον ουσιαστικό πυρήνα του ΝΟΚ, προτείνει ως λύση τη δημιουργία νέων κοινόχρηστων χώρων μικρών ή μεγάλων που θα προκύψουν με βούληση των ιδιοκτητών γης, πέρα από κάθε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης, ελέγχου πολεοδομικής οργάνωσης – αξιοποίησης και χρηστικότητας και που θα επικυρώνεται από μια απλή διοικητική πράξη, την άδεια δόμησης.

Οι νέοι αυτοί κοινόχρηστοι χώροι προτείνεται να δημιουργηθούν με αντάλλαγμα την αύξηση του Σ.Δ. που θα δίνεται υπό συγκεκριμένες βέβαια προϋποθέσεις. Η κριτική πάνω στο Άρθρο 10 δεν αφορά όμως μόνο στη μαθηματική εξίσωση μείωσης κάλυψης προς αύξηση δόμησης, διότι: – Οι κοινόχρηστοι χώροι, τα μεγέθη τους, η διάταξη τους, η επιμέρους χρήση και αξιοποίησή τους οφείλουν να προτείνονται από τον πολεοδομικό σχεδιασμό και όχι από επιμέρους τυχαίες αποφάσεις ιδιοκτητών γης χάνοντας, ακόμη και στις περιπτώσεις που θα είναι απλά διευρυμένα προκήπια, την ευκαιρία για οργανική σύνθεση και ενοποίηση μεταξύ τους σε επίπεδο τουλάχιστον οικοδομικού τετραγώνου.

– Οι εφαρμοζόμενοι Σ.Δ. δεν μπορούν να αυξηθούν πέραν των αναφερομένων στα ρυμοτομικά σχέδια και να υπερβούν τους ορισμένους από τα εγκεκριμένα ΓΠΣ και ΣΧΟΟΑΠ Μέσους Συντελεστές Δόμησης, όπως ορίζεται από το Ν.2508/97 περί Βιώσιμης Οικιστικής Ανάπτυξης των Πόλεων και Οικισμών στο άρθρο 4 παρ.8. Πολύ δε περισσότερο όταν με τον ίδιο Νόμο, στο άρθρο 18, ορίζονται ανώτατα όρια Σ.Δ. στις περιοχές εφαρμογής του.

– Η εφαρμογή του άρθρου 10 είναι άκριτη και οριζόντια στις πόλεις άνω των 25.000 κατοίκων, δίχως καμία πολεοδομική διάκριση, δηλαδή π.χ. εάν πρόκειται για περιοχές εντός εγκεκριμένου σχεδίου προ της εφαρμογής του Ν.1337/83 ή όχι.

– Η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 10 είναι βέβαιη, διότι συνιστά εκτροπή από την θεσμικά κατοχυρωμένη πολεοδομική νομοθεσία. Άλλωστε η αποτυχία της εφαρμογής του άρθρου 12 του ΓΟΚ 85 σε αντίστοιχες περιπτώσεις αυτό αποδεικνύει.

Το ΥΠΕΚΑ δηλαδή, δεν έχει αντιληφθεί ότι η υποβαθμισμένη γενική πολεοδομική οργάνωση, η ρυμοτομία, τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και ο φυσικός σχεδιασμός κάθε οικιστικού συνόλου και των επιμέρους τμημάτων του που χαρακτηρίζονται από υψηλές πυκνότητες, σε πολλές περιπτώσεις με αποσαρθρωμένο κτηριακό απόθεμα, με κατακερματισμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς και με σημαντική στέρηση επαρκών κοινόχρηστων χώρων, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από το Νέο Οικοδομικό Κανονισμό αλλά από τη Νέα Πολεοδομική Νομοθεσία.

Δηλώνουμε τη ριζική αντίθεσή μας στο νομοσχέδιο διότι: 1. Το Νομοσχέδιο αγνοεί τον βασικό του ρόλο, ως πλαίσιο Πολεοδομικών Εφαρμογών, με αποτέλεσμα να υιοθετεί οριζόντιες, κοινωνικά άδικες ρυθμίσεις, ασκώντας πολιτική γης επιστημονικά έωλη και πολιτικά διαβλητή (Άρθρο 10). Στην ίδια, αντιεπιστημονική και περιβαλλοντικά επικίνδυνη κατεύθυνση, αφήνει ακάλυπτους σε κοινή χρήση χωρίς κανένα κριτήριο πολεοδομικής λειτουργίας αυτών. Προσεγγίζει το μείζον θέμα της δόμησης όχι επιστημονικά, όπως θα όφειλε ως κανονισμός, αλλά από τη σκοπιά της μέγιστης κερδοφορίας πάνω στη γη.

· Εισάγει και θεσμοθετεί τη λογική της κτηματαγοράς στις πόλεις. Επιβραβεύει, με αύξηση (25%-35%) των συντελεστών δόμησης, την εκμετάλλευση μεγάλων οικοπέδων στα ήδη βεβαρυμμένα αστικά κέντρα των πολύπαθων ελληνικών πόλεων. Στην «προσπάθεια» να ανατρέψει τη φθίνουσα πορεία υποβαθμισμένων περιοχών, προσφέρει δυσανάλογη αύξηση της δόμησης και του ύψους, σε βάρος ήδη διαμορφωμένων περιοχών. Η λογική της απαξίωσης του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος, ως παρωχημένου, μέσω της πριμοδότησης των συνενώσεων, που αποδίδει κτήρια εκτός υφιστάμενης οικιστικής κλίμακας και εξυπηρετεί ειδικές κατηγορίες συμφερόντων, αλλοιώνει το αστικό περιβάλλον, την ποιότητα ζωής των κατοίκων και την υπάρχουσα κοινωνική και οικονομική δομή.

· Δημιουργεί ανισότητες ανάμεσα στους πολίτες αυξάνοντας το χάσμα ανάμεσα σε οικονομικά ισχυρούς και ασθενέστερους, καθώς πριμοδοτεί με αύξηση του ΣΔ μόνο τις μεγάλες ιδιοκτησίες και όχι τις μικρότερες. Αγνοεί τις ιδιαίτερες συνθήκες της Ελληνικής – Μεσογειακής πραγματικότητας υποβαθμίζοντας τις εγγενείς αξίες που συνθέτουν το πνεύμα του τόπου, στο όνομα άκριτων – οριζόντιων προσαρμογών και «εκσυγχρονισμών». Επιβάλλει δηλαδή άδικο και ανταγωνιστικό περιβάλλον κοινωνικής οργάνωσης εχθρικό με την φυσική και ιστορική κλίμακα του τόπου και τη δομή των σχέσεων της ελληνικής κοινωνίας.

2. Βασισμένο και επηρεασμένο απόλυτα από τον υφιστάμενο ΓΟΚ, είναι ένα ακόμη δαιδαλώδες κείμενο με διοικητικές, πολεοδομικές και κτηριοδομικές ρυθμίσεις χωρίς ειρμό και ταξινόμηση. Κινείται στην ίδια λογική, πολυπλοκότητας και αδιαφάνειας, με το υπάρχον θεσμικό καθεστώς αποθαρρύνοντας την έμπνευση αλλά και την υλοποίηση οποιασδήποτε δημιουργικής αρχιτεκτονικής προσέγγισης. Οδηγεί σε δεκάδες ερμηνευτικές εγκυκλίους ή δημιουργεί συνθήκες ανάπτυξης διαφθοράς.

3. Παρά τις εξαγγελίες για έναν ΓΟΚ οραματικό, περιβαλλοντικά φιλικό και εύληπτο, το σχέδιο ολισθαίνει στην κανονιστική λογική, περιοριζόμενο μόνο σε διατάξεις ρυθμιστικού χαρακτήρα και στοχευμένου περιεχόμενου. Δεν απελευθερώνει την αρχιτεκτονική πράξη, συνεχίζει να ποσοτικοποιεί τη δόμηση χρησιμοποιώντας το Σ.Δ. ως κύριο μέγεθος, αστυνομεύει τη δημιουργικότητα και εχθρεύεται τη συνθετική ελευθερία.

4. Προσδίδει αυξημένες εξουσίες στον εκάστοτε υπουργό με αποτέλεσμα, αφενός την αδυναμία πραγματικής εφαρμογής του νόμου και, αφετέρου, τον ευτελισμό της έννοιας του κανονισμού σε κείμενο υποδεέστερο των "άνωθεν" αποφάσεων. Στο νομοσχέδιο προβλέπονται εξαιρέσεις, ερμηνείες και εφαρμοστικές πράξεις "με απόφαση υπουργού" σε, τουλάχιστον, 24 σημεία (!!!).

ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Σήμερα αντιμετωπίζουμε καταιγισμό αποσπασματικών θεσμικών αλλαγών, που αφορούν στην παραγωγή του δομημένου περιβάλλοντος. Οι νόμοι αυτοί είναι ασύνδετοι μεταξύ τους και ελλιπείς με σειρά θεσμοθέτησης αντίστροφη από την επιστημονικά παραδεκτή (Ν. 3843, 4014, 4030,….), με αποτέλεσμα να διαιωνίζονται τα χρόνια προβλήματα δυσλειτουργίας, πολυνομίας και αδιαφάνειας.

Ένας μη ολοκληρωμένος στην σύλληψή του ΟΚ εγείρει τεράστια νομικά ζητήματα και, σε συνδυασμό με τον Ν.4030/11 περί νέου τρόπου έκδοσης αδειών μεταφέρει όλη την ευθύνη εφαρμογής του στον μηχανικό. Ποινικοποιείται το επάγγελμα του αρχιτέκτονα μελετητή και επιβλέποντα, ο πυλώνας δηλαδή του κλάδου της οικοδομής της χώρας, καθώς η απλοποίηση και η κωδικοποίηση της νομοθεσίας ήταν προαπαιτούμενο της έκδοσης οικοδομικών αδειών με ευθύνη του μηχανικού.

Στις 28/02/2012 ο ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ έλαβε, για πρώτη φορά, πρόσκληση από το ΥΠΕΚΑ για συμμετοχή εκπροσώπου του στη στελέχωση της Επιτροπής Επεξεργασίας των σχολίων που προέκυψαν από τη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του νέου Οικοδομικού Κανονισμού.

Οι εκπρόσωποι του Συλλόγου, έστω και στην τελική φάση επεξεργασίας του Νομοσχεδίου, κατέθεσαν επίσημα τις απόψεις μας επί της αρχής, καθώς και συγκεκριμένες παρατηρήσεις κατ’ άρθρο, προκειμένου να διαφανεί το έλλειμμα στην επί της αρχής προσέγγιση του θέματος, αλλά και η ασυνέπεια λόγων (αιτιολογική) και έργων (νομοσχέδιο) κατά τη σύνταξή του. Συνεπείς στο καθήκον των Αρχιτεκτόνων να συμβάλλουν με όποιο τρόπο στη βελτίωση του Ακίνητου πολιτιστικού και φυσικού περιβάλλοντος, οι εκπρόσωποί μας κατέθεσαν τις απόψεις μας σε μια ύστατη προσπάθεια διασφάλισης των ελαχίστων κανόνων για την αποτελεσματική προστασία του Ακίνητου πολιτιστικού και φυσικού περιβάλλοντος.

Στις 14/03/2012, η «Διαρκής Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου», αρμόδια επιτροπή της Βουλής που επεξεργάζεται το θέμα, έστειλε πρόσκληση στον ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ να παραστεί στη συνεδρίαση της 14/03/12 στις 13:00 στη Βουλή, σε συζήτηση για το νέο Οικοδομικό Κανονισμό. Ο ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ ανταποκρίθηκε και σε αυτή την πρόσκληση προβάλλοντας μέρος των παρακάτω θέσεων, τις οποίες κοινοποιούμε και εγγράφως στο σύνολό τους.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Οι βασικές αρχές του νέου Οικοδομικού Κανονισμού θα έπρεπε να ορίζονται στο παρακάτω πλαίσιο σχεδιασμού: 1) Οι ορισμοί και οι αρχές διατήρησης της αυθεντικής κατάστασης και της αειφόρου αξιοποίησης του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, δηλαδή της Ακίνητης Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς, από την κλίμακα του κτηρίου, μέχρι την κλίμακα του συνόλου, της πόλης και του τοπίου, που έχουν κωδικοποιηθεί στους επιστημονικούς Χάρτες, που συμπυκνώνουν την μέχρι σήμερα σχετική εμπειρία του ευρωπαϊκού πολιτισμικού χώρου και στις Συμβάσεις για την Ευρωπαϊκή Αρχιτεκτονική, Αρχαιολογική και Τοπιακή κληρονομιά.

Οι συμβάσεις έχουν μεν κυρωθεί με νόμους του κράτους (που παρατίθενται παρακάτω): · Ν. 1126/81. Σύμβαση της UNESCO για την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς, Παρίσι 1972,.

· Ν.2039/92. Σύμβαση για την Προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ευρώπης, Γρανάδα, 3 Οκτωβρίου 1985 · Ν.3378/05 – Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς, (Αναθεωρημένη),Valletta-Malta, 16 Ιανουαρίου1992.

· N.3827/2010 - Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου, Φλωρεντία, 2000.

δεν έχουν όμως επαρκώς ενεργοποιηθεί στην σχετική εθνική νομοθεσία, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 28, παρ.1 του Συντάγματος, για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

2) Ο Χωροταξικός και Πολεοδομικός Σχεδιασμός καθορίζει τους στόχους Ανάπτυξης και τους αντίστοιχους δείκτες χωρητικότητας ανά περιοχή. Ο αστικός σχεδιασμός ρυθμίζει τον προγραμματισμό του δημόσιου χώρου καθώς και των κτηρίων που τον περιβάλλουν σε κλίμακα οικοδομικού τετραγώνου, γειτονιάς, είτε πόλης. Μέσα στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής διαχείρισης, κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής βιωσιμότητας του χώρου, και σε συνάρτηση με την οργάνωση των χρήσεων γης, τη διαμόρφωση των υπαίθριων χώρων, τον προγραμματισμό της κυκλοφορίας, των υπηρεσιών και εγκαταστάσεων, δίνει μορφή και χαρακτήρα στο δομημένο χώρο αποδίδοντας ογκοπλαστικά μοντέλα προσδωκόμενης εικόνας του αστικού ιστού. Η Αρχιτεκτονική, με βάση τον αστικό σχεδιασμό, ενσωματώνεται στον αστικό ιστό, με αποφασιστικό κριτήριο τον όγκο που αυτή δημιουργεί στο εκάστοτε φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον.

3) Ο Οικοδομικός Κανονισμός προωθεί τη μαθηματική συνάρτηση των επιτρεπόμενων στοιχείων κάλυψης και ύψους από το εύρος των κοινοχρήστων χώρων και τη μορφολογία του εδάφους.

Ο χαρακτήρας μιας οικιστικής περιοχής (οικισμού, πολεοδομικής ενότητας, κλπ.) διαμορφώνεται με άλλους, εξειδικευμένους κανονισμούς και πολεοδομικά κίνητρα που θεσμοθετούνται με βάση την Πολεοδομική Μελέτη και τη Μελέτη Αστικού Σχεδιασμού.

4) Η θεσμοθέτηση του επιτρεπόμενου όγκου, προκύπτει από τις Μελέτες Αστικού Σχεδιασμού, σαν κυρίαρχο μέγεθος του κτηρίου.

Είναι απαραίτητη η σταδιακή κατάργηση του Σ.Δ. τον οποίο θεωρούμε παρωχημένο εργαλείο στη σύνταξη του ΟΚ. Προτείνεται η ενδιάμεση φάση της σταδιακής του εξάλειψης, σε συνδυασμό με τις Μελέτες Πολεοδομικού και Αστικού Σχεδιασμού.

Τεκμηριώνοντας αναλυτικότερα τις παραπάνω θέσεις μας, θεωρούμε αναγκαίο να επισημάνουμε ότι στην τελευταία Γενική Συνέλευση της ACE (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Αρχιτεκτόνων), το Νοέμβριο του 2011, διατυπώθηκαν τα παρακάτω κύρια μηνύματα: – Η Αρχιτεκτονική είναι κάτι περισσότερο από την κατασκευή.

– Η Αρχιτεκτονική και η Πολεοδομία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.

– Η Αρχιτεκτονική ποιότητα είναι βασικό στοιχείο της πόλης.

– Δεν υπάρχει αειφόρος ανάπτυξη δίχως αειφόρο Πολεοδομία.

Η στόχευση του νέου Οικοδομικού Κανονισμού οφείλει να ενσωματώσει την παραγόμενη Αρχιτεκτονική στον αστικό ιστό. Η ενσωμάτωση αυτή προκύπτει από το σχέδιο αστικής ανάπτυξης κάθε οικιστικού συνόλου, που θα είναι προϊόν της συνεργασίας των κοινωνικών φορέων με τους ειδικούς επιστήμονες. Η συνεργασία υλοποιείται στα πλαίσια των στόχων του Πολεοδομικού Σχεδιασμού και των περιβαλλοντικών και κοινωνικών απαιτήσεων.

Με την παραπάνω διαδικασία, θεσμοθετείται ο επιτρεπόμενος όγκος, που προκύπτει από την ειδική Μελέτη Αστικού Σχεδιασμού και εγκαταλείπονται απαρχαιωμένα εργαλεία πολεοδομικού ελέγχου όπως ο Σ.Δ. και η νομολογία γύρω απ’ αυτόν. Η διατήρηση του Σ.Δ. ως πολεοδομικού εργαλείου έχει την έννοια μόνο της προσωρινής – μεταβατικής του χρήσης έως την ολοκλήρωση των Μελετών Αστικού Σχεδιασμού.

Τα παραπάνω θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είναι εκ των κυρίων στοχεύσεων της πολιτικής του ΥΠΕΚΑ για την επόμενη μέρα της χώρας. Μιας πολιτικής που, πέρα από τεχνικής φύσεως προτάσεις και διαδικασίες (νέος τρόπος έκδοσης αδειών, Δ/γμα χρήσεων γης κλπ.), θα έπρεπε να περιλαμβάνει και ένα όραμα, που θα αναδιοργάνωνε το θεσμικό πλαίσιο για τον Πολεοδομικό Σχεδιασμό και την Αρχιτεκτονική.

Ο ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ διαβεβαιώνει ότι οι αρχιτέκτονες της χώρας είναι ικανοί, σε συνεργασία με τους ειδικούς επιστήμονες και τους κοινωνικούς φορείς, να διεκπεραιώσουν το έργο του αστικού σχεδιασμού των οικιστικών συνόλων της, για την ανασυγκρότηση του χώρου και της κοινωνίας και για την οικονομική και πολιτιστική της ανάκαμψη.

Υπερασπιζόμενοι το αναφαίρετο δικαίωμα της κοινωνίας να έχει τη συνδρομή των Αρχιτεκτόνων στην επίλυση των προβλημάτων των πόλεων και των οικισμών της υπαίθρου, καταθέτουμε τις παραπάνω απόψεις μας για την ανάπτυξη και τον προγραμματισμό του αστικού ιστού και τη διαχείριση των ζητημάτων του Ακίνητου πολιτιστικού και φυσικού περιβάλλοντος και ζητάμε να ληφθούν σοβαρά υπόψη στη συζήτηση που θα λάβει χώρα στην επιτροπή της Βουλής και στην τελική επεξεργασία/ψήφιση του νόμου.

Ο ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ κατανοεί την αναγκαιότητα ενός νέου Οικοδομικού Κανονισμού, όχι όμως τη σπουδή για την ψήφιση του συγκεκριμένου Νομοσχεδίου και δηλώνει ότι: · Θα υπερασπίσει το δικαίωμα των αρχιτεκτόνων να συμμετέχουν ουσιαστικά στην συνδιαμόρφωση ενός Οικοδομικού Κανονισμού πραγματικά οραματικού και επιστημονικά τεκμηριωμένου.

· Θα υποστηρίξει κάθε ειλικρινή και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσπάθεια για την ανάπτυξη και βελτίωση του δομημένου περιβάλλοντος και του αστικού ιστού.

Δεδομένου ότι υπάρχει αντικειμενική δυσκολία στη θεσμική τοποθέτηση του Συλλόγου, καθώς το νομοσχέδιο αλλάζει άρδην καθημερινά, ο ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ αναμένει το τελικό κείμενο του σχεδίου νόμου και απαιτεί εύλογο χρονικό διάστημα, προκειμένου να τοποθετηθεί με παρατηρήσεις κατά άρθρο.

 

Επιστροφή

 

Συνεδρίασε η Συνέλευση των Δημάρχων της Αττικής, μετά από πρόσκληση του Δ.Σ. της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Αττικής (ΠΕΔΑ), με θέμα τα οικονομικά προβλήματα της Αυτοδιοίκησης.

Τα βασικά σημεία που αναδείχθηκαν τόσο από την εισήγηση του Προέδρου Νίκου Σαράντη όσο και από τον μεγάλο αριθμό των Δημάρχων που πήραν το λόγο ήταν: Η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει το μεγαλύτερο από κάθε τομέα του δημοσίου μερίδιο συμμετοχής στη μείωση δαπανών μετά την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου. Η συνολική χρηματοδότηση των Δήμων από τον κρατικό προϋπολογισμό από 5 δις το 2009 μειώνεται σε λιγότερο από 2,5 δις το 2012! Αυτό συμβαίνει ενώ οι Δήμοι έχουν επιφορτιστεί τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες υπηρεσίες και λειτουργίες κρίσιμες για την καθημερινότητα των δημοτών, από την καθαριότητα μέχρι τα τεχνικά συνεργεία και από τα ΚΑΠΗ μέχρι τη συντήρηση των σχολείων.

Επίσης, η Αυτοδιοίκηση έχει επωμισθεί το μεγαλύτερο βάρος των ευθυνών του κράτους για την ανακούφιση των πολιτών που πλήττονται περισσότερο από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, υλοποιώντας σε κάθε γωνιά της χώρας προγράμματα στήριξης των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων.

Η κατάσταση διαμορφώνεται ακόμη πιο δύσκολη λόγω των σοβαρών ελλείψεων σε προσωπικό που αντιμετωπίζουν οι Δήμοι μετά το πάγωμα των προσλήψεων και τη μεγάλη μείωση του αριθμού των συμβασιούχων.

Όμως, παρά τις πρόσφατες κυβερνητικές δεσμεύσεις, με έκπληξη και αγανάκτηση οι Δήμαρχοι είδαν πριν λίγες μέρες την κρατική χρηματοδότηση για το μήνα Φεβρουάριο να είναι μειωμένη κατά ένα επιπλέον 15%.

Ενώ την ίδια στιγμή γίνεται όλο και πιο αβέβαιη η απόδοση στους Δήμους των 450 εκατομμυρίων Ευρώ που από λάθος σύμφωνα με την κυβέρνηση δεν συμπεριλήφθηκαν στον Προϋπολογισμό του 2012.

Είναι πλέον άμεσος ο κίνδυνος οι Δήμοι να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν ούτε στις βασικές υποχρεώσεις τους, να διακοπεί η λειτουργία των σημαντικών υπηρεσιών που παρέχουν στους δημότες.

Αντιδρώντας στην συνεχή υποβάθμιση και απαξίωση της Αυτοδιοίκησης, η Συνέλευση των Δημάρχων της Αττικής αποφάσισε: *Την έκδοση ενημερωτικού δελτίου της ΠΕΔΑ που θα διανεμηθεί στους πολίτες από τους Δήμους.

*Να ενημερώσει για τις αποφάσεις των Δημάρχων της Αττικής την ΚΕΔΕ και τις άλλες ΠΕΔ της χώρας.

*Να ζητήσει συνάντηση με τον Πρωθυπουργό, τους αρμόδιους Υπουργούς και τους αρχηγούς των κομμάτων.

*Να γίνει συνάντηση με την ΠΟΕ-ΟΤΑ.

*Να δοθεί Συνέντευξη Τύπου στα γραφεία της ΠΕΔΑ τη Δευτέρα 26 Μαρτίου και ώρα 13:00.

*Την Τρίτη 27 Μαρτίου στις 12:00 να πραγματοποιηθεί συγκέντρωση διαμαρτυρίας των Δήμων στην Πλατεία Κλαυθμώνος , έξω από το Υπουργείο Εσωτερικών. Τετράωρο κλείσιμο των Δήμων την ίδια μέρα από τις 11:00 μέχρι τις 15:00.

*Την Πέμπτη 29 Μαρτίου ώρα 14:00, νέα Συνέλευση των Δημάρχων της Αττικής.

 (ελήφθη 25-3-2012)

 

Επιστροφή