Επιστροφή
στην αρχική σελίδα του Παρατηρητηρίου
Πράσινο
ένα ενδιαφέρον κείμενο για το αστικό πράσινο
Δημοσιεύουμε ένα ενδιαφέρον κείμενο για το αστικό πράσινο, το οποίο περιέχεται στο βιβλίο «Αντώνης Β. Καπετάνιος -Δασολόγος-Περιβαλλοντολόγος, "Αθήνα ζεις;", εκδόσεις Φιλιππότη (Αθήνα 2006).
Το Παρατηρητήριο ευχαριστεί τον συγγραφέα για την αποστολή αυτού του κειμένου
(Ελήφθη 30/9/2009)
Για όλα φταίει το γκαζόν;
Στη χώρα μας έχουμε συνηθίσει να νοείται «πράσινο», ότι έχει χρώμα πράσινο. Δεν είναι σχήμα λόγου αυτό, ούτε υπερβολή. Είναι η πραγματικότητα, που η συνήθης πρακτική την αναδεικνύει και εν προκειμένω την καταγράφω. Το πλαστικό πράσινο, το επιτηδευμένο άψογο πράσινο, το ετερόκλητο και ιοπαθές πράσινο, αποτελούν δυστυχώς τον κανόνα, που οδηγεί στην έκπτωση του πρασίνου αντί σε προαγωγή του.
Τι είναι πράσινο; Το πλαστικό λουλούδι που στολίζει το βάζο μας; Το πλαστικό φυτό που «γεμίζει» την είσοδο ή τη γωνιά του σπιτιού μας; Ο πλαστικός πράσινος τάπητας που καλύπτει την πίσω αυλή του οικοπέδου μας; Το γκαζόν με το καχεκτικό δεντράκι εντός του; Το made in Holland άνθος της γλάστρας μας; Τα χλωρωτικά και αργοζωούντα φυτά του βανδαλισμένου συνοικιακού μας πάρκου;
Δυστυχώς, αυτό είναι το πράσινο του καιρού μας.
Ωραίο το πράσινο των πάρκων μας...
Ωραίο το πράσινο των πάρκων μας... Ωραίο, σαν το δράμα των καιρών μας!.. Βαδίζω στο «γκαζόν της ελληνικής φύσης», κάτω από τον εχθρικό αττικό ήλιο και τη βαριά σκιά της πόλης και συνειδητοποιώ πως το καταφύγιο που γυρεύω, δεν το βρίσκω. Πως, η ευφροσύνη μου στερεύει και συνεχώς ταπεινώνεται. Συνειδητοποιώ πως αυτό που θέλω είναι ένα «κομμάτι αληθινής φύσης» κι όχι «καλοζωισμένα, εύθραυστα, ιλουστρασιόν» κομμάτια της, φερμένα από θερμοκήπια μαζικής παραγωγής και βαλμένα με τάξη και αυστηρότητα στο χώρο. Αυτό δεν είναι το καταφύγιό μου, η επιζητούμενη απαντοχή. Δεν τον απολαμβάνω κύριοι τον χώρο αυτόν, έτσι όπως τον φτιάξατε.
Όχι, δε θέλω την ψυχρή ουδέτερη ομορφιά, την επίπεδη μονοτονία, το «μη φυσικό» πράσινο, τις απρόσωπες οάσεις. Θέλω ένα περιβάλλον όπου η φύση θα είναι ενεργή, που θα την απολαμβάνω έτσι όπως αληθινά είναι. Χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς, για τον κίνδυνο «μην τυχόν και τη χαλάσω», «μην τυχόν και την τσαλακώσω». Το «μην πατάτε το γκαζόν», θεωρώ ότι αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό του δικαιώματός μου για την απόλαυση της φύσης που, υποτίθεται, πως γι’ αυτό το σκοπό δημιουργήθηκε στην πόλη.
Σημείωνε σχετικά την 19η-12-1970 σε χρονογράφημά του ο Παν. Παπαδούκας: «Παρατηρώ τα τελευταία χρόνια μια τάσι προς το γκαζόν και τα θαμνοειδή. Κόβουμε γίγαντας και φυτεύουμε νάνους. Ωραίο είναι το γκαζόν. Ένα πράσινο χαλί, από χλόη. Αλλά αυτό το είδος του πρασίνου ευδοκιμεί σε βόρεια ψυχρά και υγρά κλίματα. Εδώ η χλόη το καλοκαίρι ξεραίνεται. Και τα θαμνοειδή ή τα μικρά διαστήματος δεντράκια δεν καλύπτουν τις ανάγκες που δημιουργεί το δικό μας κλίμα. Εδώ, το καλοκαίρι πυρπολούμεθα. Ο ήλιος ψήνει την πέτρα. Η άσφαλτος λιώνει. Αναπνέουμε εξαερωμένη φωτιά. Η Αθήνα –όπως και όλη η Αττική και η πεδινή Ελλάς- μεταβάλλεται σε μια απέραντη φρυγανιέρα μέσα στην οποία ψηνόμαστε. Τι μας χρειάζεται, λοιπόν; Σκιά!.. Σκιά, κύριοι! Σκιά…» (Παπαδούκα Π., «Η υπόθεσις των ευκαλύπτων», εφημ. «Ακρόπολις», φύλλο 19ης-12-1970).
Επειδή από πολλούς –δημάρχους κυρίως-– προβάλλεται το επιχείρημα του καλλωπισμού της πόλης με την δημιουργία χώρων πρασίνου σε αυτήν, λέγω το εξής: Ο καλλωπισμός της πόλης βεβαίως και θα πρέπει να εξυπηρετείται, χωρίς όμως να παραβλέπεται ή να παραβλάπτεται η αποστολή του αστικού και περιαστικού πρασίνου, η οποία είναι συγκεκριμένη και υψηλή. Αυτή συναρτάται με την ψυχική και σωματική υγεία του κατοίκου της πόλης και τούτο θα πρέπει να λογίζεται ως πρώτιστο, πέρα από το όποιο αισθητικό αποτέλεσμα. Διά τούτο, θα πρέπει να γίνονται κείνες οι ενέργειες και ν’ ακολουθούνται κείνοι οι κανόνες, που θα βοηθoύν στην επίτευξη και επιτέλεση της αποστολής αυτής, καθώς και στην προαγωγή της. Το αντίθετο, όμως, μπορώ να ισχυριστώ ότι γίνεται. Βλέπουμε για παράδειγμα, για λόγους καλλωπισμού κυρίως, δημάρχους να κλαδεύουν συστηματικά και αυστηρά τα δένδρα των αλσών, πάρκων και δενδροστοιχιών της πόλης τους, ακόμη κι εκείνων των ειδών που δε συνιστώνται για κλαδεύση (όπως, π.χ., των πεύκων!), φτάνοντας σε πολλές περιπτώσεις –λόγω της αυστηρής κλάδευσης– ακόμη και στη ξήρανσή τους, μ’ αποτέλεσμα ν’ αναιρούνται ή να μη γίνονται αντιληπτές στο βαθμό που θα έπρεπε οι οφειλόμενες από το πράσινο προσφορές. Πρέπει, σε σχέση με τούτο, να έχουμε υπόψη μας ότι το φύλλωμα των δένδρων αποτελεί το παραγωγικό του δυναμικό και την πηγή όλων των ευεργετικών του επιδράσεων στον άνθρωπο. Η ανεύθυνη κλάδευση αναστέλλει ή αναιρεί την παραπάνω αποστολή. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η κακομεταχείριση των φυτών της πόλης (με πληγώσεις κ.λπ.) και οι ανεύθυνες κλαδεύσεις αυτών, ενεργοποιούν τραυματοπαράσιτα των φλοιών, που οδηγούν σε προσβολές και τελικά σε ξηράνσεις.
Το υδροβόρο γκαζόν και το μικροκλίμα
Αποδέχομαι εν προκειμένω, παρά τις όποιες αντιρρήσεις μου, πως το γκαζόν («χλοοτάπητας», επί το ελληνικότερον) συνιστά «φύση», με την έννοια ότι αποσκοπείται δι’ αυτού, η εις το άστυ απομίμηση των φυσικών λειμώνων και λιβαδιών, χωρίς τούτο να σημαίνει πως η εν λόγω αποστολή πρέπει να προταχθεί και ν’ αποτελέσει τον κανόνα.
Η συμβολή του χλοοτάπητα στη διαμόρφωση μικροκλίματος στην πόλη, δεν είναι ίδια και σίγουρα υπολείπεται, σε σχέση με την επί τούτου προσφορά μιας έκτασης πρασίνου με υψηλή βλάστηση. Απαιτεί, δε, μεγάλα εμβαδά προκειμένου να γίνει αντιληπτή και τ’ αποτελέσματά της ανταποκρίσιμα. Υπολογίζεται ότι οι χλοοτάπητες, χωρίς δένδρα ή με την ύπαρξη λιγοστών σε διασπορά, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε έκταση εμβαδού από 10 στρεμμάτων και πάνω (Wilmers, 1985). Ενώ, τα δένδρα συγκρατούν 25-50 φορές μεγαλύτερη ποσότητα αστικής σκόνης, σε σχέση με τον χλοοτάπητα και 30-60 σε σχέση με το γυμνό έδαφος.
Επιπλέον, και το ουσιαστικότερο, το γκαζόν είναι εξαιρετικά υδροβόρο και απαιτεί μεγάλες ποσότητες ύδατος για να επιβιώσει. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, σε μια πόλη που διψά, σε μια πόλη, όπως η Αθήνα, που το νερό τής έρχεται από χιλιόμετρα μακριά, ετούτο να δαπανάται άμετρα για να ποτιστούν οι ουκ ολίγες εκτάσεις του γκαζόν που έχουν σπαρθεί απ’ άκρου εις άκρον της; Όπως επίσης και για τα λογής άλλα υδροβόρα –συνήθως ξενικά- φυτά της;
Η εικόνα των βορειοαμερικανικών και βορειοευρωπαϊκών πόλεων, με τις «ατέλειωτες» εκτάσεις του
γκαζόν, δε θα πρέπει ν΄ αποτελεί πρότυπο για την ξηρή
και άνυδρη Αθήνα (όπως και για τις περισσότερες
ελληνικές πόλεις, που βρίσκονται στη ξηροθερμική
κλιματική ζώνη), διότι ομιλούμε για διαφορετικά κλίματα, με άλλες προσαρμογές
και απαιτήσεις των φυτών. Αρκεί ν’ αναφερθεί, ότι σε πολλές από αυτές τις
πόλεις ο χλοοτάπητας ευνοείται από τις υψηλές τιμές υγρασίας της ατμόσφαιρας, ενώ
δεν υφίστανται προβλήματα λειψυδρίας, ώστε να τίθεται ζήτημα στην κατανάλωση
του νερού από τα υδροβόρα φυτά που συνιστούν το
γκαζόν. Παρόλα ταύτα όμως, πολιτείες των ΗΠΑ που δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα
λειψυδρίας, όπως το Κολοράντο, προωθούν προγράμματα δημιουργίας ξηροφυτικών κήπων, ενώ σε κάποιες άλλες πολιτείες έχει με
νόμο απαγορευτεί η χρήση του γκαζόν σε ιδιωτικούς κήπους. Μάλιστα, στο Λας Βέγκας, όπου το πρόβλημα της
λειψυδρίας είναι μεγάλο, επιδοτείται με 11 δολάρια η απόσυρση κάθε τετραγωνικού
μέτρου γκαζόν από τους κήπους των κατοικιών (βλέπε: Nouvel Observateur, No 2076, Ph.
Boulet-Gercourt,
«Sixieme anee de secheresse: la ruee vers l’ eau»)
Τα φυτά συνηθίζουν όπως τα συνηθίζουμε
Χώροι πρασίνου, με φυτά απαιτητικά και «καλοζωϊσμένα», που τα έχουμε συνηθίσει στο άφθονο νερό και στη συνεχή θρέψη, πολύ δύσκολα αντεπεξέρχονται στις αιφνίδιες, απότομες και εχθρικές αλλαγές, οι οποίες –κατά κανόνα– αποβαίνουν μοιραίες γι’ αυτά. Όταν, μάλιστα, τα εν λόγω φυτά είναι εγκλιματισμένα στις δύσκολες ξηροθερμικές μεσογειακές συνθήκες, που σημαίνει ότι έχουν φυσική προσαρμογή σε συνθήκες ξηρασίας και παρατεταμένων υψηλών θερμοκρασιών, καθώς και δυνατότητα επιβίωσης επί φτωχών-κακοποιημένων εδαφών, και εμείς τους φερόμαστε λες και είναι φυτά γλάστρας, με ποτίσματα και λιπάνσεις να είναι στο «ημερήσιο πρόγραμμα», τότε το κακό που τους κάνουμε είναι μεγάλο. Αλλάζουμε τους κώδικές τους και τα συνηθίζουμε στην ευζωία και στη μαλθακότητα. Μαράνσεις, προσβολές από έντομα, θάνατος εξαιτίας μιας αιφνίδιας και ακραίας κλιματικής αλλαγής, έλλειψη καρποφορίας κ.λπ., είναι το απότοκο.
Ας μην ξεχνούμε επίσης, ότι τα φυτά της πόλης, λόγω των αντίξοων συνθηκών που συναντούν στα μέρη όπου φυτεύονται (ρύπανση της ατμόσφαιρας, δυσμενείς κλιματοεδαφικές συνθήκες, έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα κ.ά.), υπόκεινται σε μια κατάσταση συνεχούς στρες. Θ’ ανταπεξέλθει σε αυτήν το ικανότερο και το καλύτερα εγκλιματισμένο φυτό. Τα ελληνικά φυτά, και ιδίως τ’ αυτόχθονα, έχουν τις περισσότερες δυνατότητες επιβίωσης και διά τούτο θα πρέπει να προσεχθούν. Διότι, κατά τη μακρά εξελικτική τους πορεία έχουν αναπτύξει τους κατάλληλους προσαρμοστικούς κι αμυντικούς μηχανισμούς, την ανάλογη διαμόρφωση οργάνων κ.λπ., για ν’ ανταπεξέρχονται στις δύσκολες συνθήκες που θα πλήξουν τη συγκεκριμένη περιοχή ή που τυχόν έχουν διαμορφωθεί σε αυτήν.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να έχουμε
υπόψη ότι τα φυτά μπορούν να «εκπαιδευθούν», ώστε ν’ αντέχουν ακόμη και στις
ακραίες κλιματοεδαφικές συνθήκες. Για παράδειγμα, ένα
δένδρο που δέχεται 15-
Τα φυτά συνηθίζουν όπως τα συνηθίζουμε. Σκέφτονται σύμφωνα με ότι τους προσφέρεται και αναλόγως ενεργούν. Είναι θέμα προσαρμογής. «Γιατί ν’ απλωθώ βαθιά στο έδαφος όταν εκείνο που ζητώ το βρίσκω στην επιφάνειά του; Τροφή, νερό, τα πάντα…», είναι η λογική ερώτηση που το φυτό θέτει στον εαυτό του. Εάν, π.χ., τα φυτά ενός πάρκου τα λιπαίνουμε τακτικά και επιφανειακά, εάν τα ποτίζουμε διαρκώς και με τεχνητή βροχή, εάν τα έχουμε φυτέψει σε γόνιμα εδάφη φερμένα –π.χ.– από τα Μεσόγεια, εάν τα συγκαλλιεργούμε με το γκαζόν, εάν… εάν…, τότε θα έλθει κάποια «κακιά στιγμή» που το οικοδόμημά μας θα καταρρεύσει σα χάρτινος πύργος. Δέστε τι συνέβη την 25η και 26η Μαρτίου του έτους 1998 στους δήμους Γλυφάδας, Αργυρούπολης, Βουλιαγμένης και Βούλας. Οι δυνατοί άνεμοι που επί διήμερο έπλητταν την περιοχή, εκρίζωσαν χιλιάδες δένδρα (τρεις χιλιάδες καταμετρήθηκαν!!!), τα οποία –στις περισσότερες των περιπτώσεων– ποτίζονταν συστηματικά και συνδυάζονταν με την καλλιέργεια του γκαζόν. Αυτά απέκτησαν επιφανειακό ριζικό σύστημα, χωρίς να έχουν τέτοιο προορισμό, και έχασαν την ικανότητα της αυτορρύθμισης και της αυτοπροστασίας.
Ένα άλλο παράδειγμα σε σχέση με τα παραπάνω, που μπορεί ν’ αναφερθεί, αφορά έναν ιδιωτικό χώρο πρασίνου στην Αθήνα, ο οποίος είχε φυτευτεί με πεύκα, αμερικάνικα κυπαρίσσια, φοίνικες, μανόλιες κ.ά., και συνοδευόταν από την παρουσία γκαζόν. Όσο ο εν λόγω χώρος ποτιζόταν –και ποτιζόταν λόγω του υδροβόρου γκαζόν τακτικά–, διατηρούσε βλάστηση ανθηρή. Όταν όμως εγκαταλείφθηκε απότιστος, τότε όλα –μα όλα– τα φυτά αυτού ξεράθηκαν, ακόμη και τα πεύκα και οι φοίνικες (!), που χαρακτηρίζονται για την αντοχή τους στα συγκεκριμένα ξηροθερμικά περιβάλλοντα.
Ως κατακλείδα θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι λόγω του προβλήματος με το νερό που αντιμετωπίζει η Αττική, μα και κάθε περιοχή της Ελλάδας με ξηροθερμικές κλιματικές συνθήκες, αλλά και των ιδιαίτερα δύσκολων-οριακών συνθηκών αυτών των περιβαλλόντων, θα πρέπει μια άλλη φιλοσοφία να επικρατήσει, ως προς τη δημιουργία χώρων πρασίνου στις εν λόγω περιοχές. Η λογική της δημιουργίας ξηροφυτικώ-μεοσγειακών κήπων, πλήρως προσαρμοσμενών και ενταγμένων στα συγκεκριμένα περιβάλλοντα, θ’ αποτελούσε τη λύση που θα άρμοζε.
«Κάτι από Φλώριδα»
Κάτι που ίσχυε από πάντα στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια όμως, αποτελεί κανόνα, είναι η έλξη μας από τα ξενικά φυτικά είδη. Κατά τη δημιουργία λοιπόν, νέων χώρων πρασίνου στην πρωτεύουσα (αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές της χώρας –σε πόλεις και χωριά), ή κατά τον εμπλουτισμό των υπαρχόντων, χρησιμοποιούνται –πέραν του απαραίτητου «μαϊντανού», του γκαζόν δηλαδή– φυτικά είδη ξενικά, περίεργα και άγνωστα (αναφέρω, για παράδειγμα, ότι σ’ έναν μικρό και κακοποιημένο χώρο πρασίνου του Δήμου Περιστερίου, που οι υπεύθυνοι θέλουν να τον αποκαλούν πάρκο, έχουν φυτευτεί δεκατρία ξενικά φυτικά είδη και μόλις ένα ελληνικό, ένα δένδρο πλατάνου!) Διερωτώμαι. Γιατί τέτοιο πάθος με τα είδη αυτά; Χάθηκαν τα ελληνικά φυτά, τα τόσο όμορφα και οικεία με το ελληνικό τοπίο, τα «δεμένα» με αυτό, τα προσαρμοσμένα στο ελληνικό περιβάλλον; Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα ελληνικά φυτικά είδη καλύπτουν μεγάλο εύρος οικολογικών δυνατοτήτων, μπορούν ν’ ανταποκριθούν σε πολλές αισθητικές απαιτήσεις και διαθέτουν μεγάλη αντοχή και προσαρμογή στους βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες του περιβάλλοντός τους.
Η χρήση εισαγόμενων φυτικών ειδών, μας πάει σε άλλους τόπους, ξένους με την ελληνική πραγματικότητα, μεταλλάσσει φυσιογνωμικά τη χώρα μας, την κάμει ξένη με τον εαυτό της. Λες και προσπαθούμε να χάσουμε την ιδιοτυπία μας σ’ αυτόν τον τομέα, που μας χάρισε η πλούσια ελληνική φύση. Δέστε πως καταντούνε ολόκληρες περιοχές, με τη λαχτάρα μας να τις φυτεύουμε με φοίνικες και να τις μετατρέπουμε σαν «κάτι από Φλώριδα». Πέρα από το γεγονός, ότι κάνουμε και τη ζωή μας δυσκολότερη, εισάγοντας τα απαιτητικά –στις περισσότερες των περιπτώσεων– αυτά είδη, που έχουν και μη προβλέψιμη μελλοντική συμπεριφορά στα εδώ περιβάλλοντα…
Αναφέρεται η περίπτωση της Ακακίας της Κωνσταντινούπολης, η οποία εισήχθηκε και χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα πάρκα και στις δενδροστοιχίες της Ευρώπης (μην εξαιρουμένης –φυσικά– και της χώρας μας), αλλά τελικά βρέθηκε ευάλωτη και πάσχουσα, αφού οι εκτεταμένες ξηράνσεις που εμφάνισε, οφειλόμενες σε προσβολή από τον μύκητα Fusarium oxysporum (που παρουσιάστηκε στα εδάφη εισαγωγής της, όχι όμως και στα πατρώα εδάφη), έκαναν το είδος αυτό να υποφέρει και ν’ αργοπεθαίνει. Ανάλογη συμπεριφορά παρουσίασε και η Κλαίουσα Ιτιά, η οποία πια δε χρησιμοποιείται σε συνθέσεις κήπων, καθότι τα καρκινώματα που εμφανίζει μετά από μια ορισμένη ηλικία, την κάμουν ασθενή και θνήσκουσα. Η δε «δημοφιλής» Καζουαρίνα, υποφέρει από ξηράνσεις των κορυφών της, γεγονός που την κάμει εξαιρετικά κακόμορφη.
Ενώ, για την προσβολή των πλατανοδένδρων στη νότια Πελοπόννησο από τον μύκητα Ceratosystis Platani, που δημιουργεί το μεταχρωματικό έλκος του πλατάνου και οδηγεί στην ξήρανσή τους, ενοχοποιήθηκε το φυτευτικό υλικό που εισήχθηκε (κατά κύριο λόγο από την Ιταλία) για φυτεύσεις σε κήπους, πάρκα και δενδροστοιχίες της χώρας, και μόλυνε τα υγιή δένδρα.
Η μεγάλη αξία της ελληνικής φύσης, φαίνεται πως δεν έχει γίνει κατανοητή από τον νεοέλληνα –το βάρος της δεν έχει συνειδητοποιηθεί. Αλλιώς, δε θα ενεργούσε κατά τον τρόπο που ενεργεί και δε θα την απαξίωνε. Θα επιθυμούσε να την φέρει στη γειτονιά του, να την έχει δίπλα του, για να μπορεί, έστω και κατ’ ελάχιστον, να την απολαμβάνει. Όπου είναι δυνατόν να γίνει αυτό, στα πάρκα και στους κήπους της πόλης του, στην αυλή του, στο μπαλκόνι του, θα μπορούσε να το κάμει.
Δήλωνε, σε σχέση με τα παραπάνω, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο συγγραφέας Ουίλλιαμ Πέμπλερ Ρίβς: «Κυρίαι και κύριοι! Μέχρι τούδε έχω επισκεφθεί μερικάς από τας ωραιοτέρας του κόσμου χώρας. Έχω γνωρίσει δεκαέξ όλας χώρας της υδρογείου σφαίρας. Δύναμαι να διακηρύξω ότι πουθενά δεν απήντησα την ωραιότητα της γραμμής, την αναλογίαν εις το σύνολον και τας λεπτομέριας, και προ πάντων τα χρώματα της ελληνικής φύσεως, τα οποία είναι απλούστατα, απαράμιλλα, ασύγκριτα».
Ο ελληνολάτρης λογοτέχνης Περικλής Γιαννόπουλος, είχε δώσει στις αρχές του 20ου
αιώνα τη δική του μάχη για τη διαμόρφωση ελληνικής φυσιογνωμίας στο αστικό πράσινο
που τότε συγκροτούνταν. Διακήρυττε αγανακτισμένος: «Ως και οι δασονόμοι ακόμη παρεφρόνησαν και διέγραψαν από την φύτευσιν
των γυμνών τόπων, από την διακόσμησιν των δρόμων και
των δημοσίων κήπων και πλατειών, την εληά και τη
συκιά, κάθε φυτόν ιδικόν
μας και φέρουν σπόρους και φυτά από τα βάθη των δασών της Ευρώπης, και δεν
πηγαίνουν να πάρουν τα θαυμασιώτερα και διακοσμητικώτερα φυτά των δασών της Ελλάδας!».
Η τάση προς την ξενομανία τούτη και η αποδοχή και οικειοποίηση της εν λόγω κατάστασης, άρχισε να διαφαίνεται από την εποχή της δημιουργίας του Βασιλικού Κήπου από τη βασίλισσα Αμαλία. Σε αυτόν εισήχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ξενικό φυτευτικό υλικό σε ευρεία κλίμακα, το οποίο έτσι γίνηκε γνωστό στον αθηναϊκό λαό. Τότε ήταν που ήλθε «και το πιο απίθανο φυτό» στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα τούτων ήταν να δημιουργηθεί ένας κήπος κάθε άλλο παρά ελληνικός, αφού τα ξενικά φυτά καταλαμβάνουν σήμερα ένα ποσοστό της τάξης του 80,7% (!), επί του συνόλου των φυτών του κήπου. Η Αμαλία, μάλιστα, φιλοδοξούσε να γίνει η «βασίλισσα των φοινίκων». Ανέφερε σχετικά σε επιστολή προς τον πατέρα της Παύλο Φρειδερίκο Αύγουστο, Μέγα Δούκα του Ολδενβούργου: «Ελπίζω ότι κάποτε θα μου δώσει η ιστορία τον τίτλο της βασίλισσας των φοινίκων…»
Μου κάνει εντύπωση και το καταθέτω, ότι λογοτέχνες της εποχής, έκαναν αναφορές στα κείμενά τους για ξενικά φυτά, κατονομάζοντάς τα με την ακριβή τους ονομασία. Τέτοια ήταν η εξοικείωσή τους με αυτά. Διαβάζουμε συγκεκριμένα στους «Άθλιους των Αθηνών» του Ιωάννη Κονδυλάκη το έτος 1895: «Ενώπιον αυτού υπήρχε δενδρύλλιον από τα λεγόμενα τούγια, το οποίον τον απέκρυπτεν εντελώς, αλλά διαμέσου των μικρών κλάδων ο λούστρος έβλεπε την οδόν Αιόλου…»
Τονίζω, ότι έως τότε (μέχρι τη δημιουργία του Βασιλικού κήπου) οι Έλληνες μόνον τα οπωροφόρα δένδρα αναγνώριζαν και αποδεχόταν ως αρμόζοντα στους ιδιωτικούς κήπους τους και στους κοινόχρηστους χώρους. Σημείωνε σχετικά ο Εμμανουήλ Θεοτόκης το έτος 1826: «Όποιο δένδρο δεν ήταν οπωροφόρο, θεωρούμενο ως άχρηστο, εξοριζόταν στα δάση…» (Θεοτόκη Εμ., «Η Κέρκυρα στις λεπτομέρειές της (αρχές του 19ου αιώνα), εκδ. Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, μεταφρ. Λουκιανού Ζαμίτ, Κέρκυρα 2004).
Ο κίνδυνος για τα ελληνικά φυτά
Στα παραπάνω θα πρέπει να
προστεθεί και ο κίνδυνος γενετικής μόλυνσης για τα συγγενή ελληνικά φυτικά
είδη. Ο κίνδυνος αυτός είναι αυξημένος αφού μπορεί να συμβεί αλλοίωση του
πρωτοτύπου γονιδιακού υλικού και να υπάρξουν
ανεπιθύμητοι υβριδισμοί. Ακόμη δε, η υπεροχή ενός είδους, το οποίο σε πολλές
περιπτώσεις δρα και ως ζιζάνιο ή εισβολέας (π.χ., η επιβολή στα περιβάλλοντα
όπου βρεθεί του αίλανθου,
του γνωστού μας βρωμόδενδρου,
έχει καταστεί μεγάλο πρόβλημα για την Ελλάδα), ενδέχεται να συμβάλλει στην
εκτόπιση των διαβιούντων στο εκεί περιβάλλον ελληνικών ειδών και να διαμορφώσει
ανεξέλεγκτες περαιτέρω καταστάσεις. Αντίστοιχα διώχνεται και η πανίδα της
περιοχής (η αστική και η περιαστική), αφού –για
παράδειγμα– τα πουλιά βρίσκουν καταφύγιο σε συγκεκριμένα αυτόχθονα φυτικά είδη,
ενώ η εισαγωγή των ξενικών τα διώχνει.
Θυμίζω ότι ο Πικιώνης, δε φύτεψε στις παρυφές του βράχου της Ακρόπολης καζουαρίνες, τούγιες, ευκαλύπτους, φοίνικες και σοφόρες, αλλά πεύκα, κυπαρίσσια, πικροδάφνες, χαρουπιές και ελιές. Είδη, δηλαδή, προερχόμενα από την ελληνική μεσογειακή φύση, θεωρώντας πως αυτά και μόνον είναι ικανά για να πλαισιώσουν το αθάνατο ελληνικό σύμβολο. Σημείωνε σχετικά ο Πικιώνης: «…Η σχέσις γης και αυτόχθονης χλωρίδος, δεν είναι απλή τυχαιότης… Η τάσις να προτιμώμεν από τα αυτόχθονα τα ξένα, μόνον δια τον λόγον ότι φύονται ταχέως αποτελεί αυθαιρεσίαν, η οποία διασπά και καταστρέφει την μυστικήν αυτήν αρμονίαν, πολύ πέραν των προβλέψεων της νοοτροπίας των πολλών… Κάτι πολυτιμότερον της φυσικής αυτής αρμονίας καταστρέφεται, το μεταφυσικόν, το ψυχικόν σύμβολον, που αποτελεί δι’ ημάς η εικών της χλωρίδος αυτής».
Η άποψη, δε, ως προς τα παραπάνω, των συντακτών του πρώτου σχεδίου της πόλης των Αθηνών, Κλεάνθη και Σάουμπερτ, η οποία διατυπώνεται στο μνημόνιο που υπέβαλλαν προς την Αντιβασιλεία, ήταν η εξής: «Η νότια πλευρά της πόλης θα χρησίμευε –αφού φυτευόταν μετά το τέλος των ανασκαφών με δένδρα και διαμορφωνόταν με αλέες γύρω από το βράχο– σαν περίπατος. Για τον περίπατο γύρω από το κάστρο θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν δένδρα, που ν’ αντέχουν και χωρίς νερό, έτσι ώστε οι ωραίοι βράχοι της Ακρόπολης να προβάλλουν στεφανωμένοι από πράσινο…»
Εξάλλου, η λογική με την οποία επιλέχθηκαν τα φυτικά είδη που «έντυσαν» τους λόφους των Αθηνών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα (ως επί το πλείστον, πεύκο και κυπαρίσσι), ήταν αυτή: τα φυτά να είναι ελληνικά και ν’ αντέχουν στις ιδιαίτερα δύσκολες ξηροθερμικές συνθήκες του λεκανοπεδίου. Και οι εμπνευστές κείνης της προσπάθειας (οι «ηρωικοί» πρώτοι δασολόγοι, ορισμένοι αξιολογότατοι δήμαρχοι των Αθηνών, δραστήριοι πολίτες με ανοικτό μυαλό και η Φιλοδασική Ένωση Αθηνών), δεν είχαν άδικο στην επιλογή τους αυτή…
Η αντίληψη, η νεωτερική,
που έχει επικρατήσει και έχει ως αποτέλεσμα την (κατά)σπατάληση
–κατά τον ισχύοντα τρόπο– πόρων, για τη διαμόρφωση και συντήρηση του πρασίνου
στ’ αστικά κέντρα, τη στιγμή που το ζήτημα θα μπορούσε ν’ αντιμετωπιστεί
διαφορετικά, με την κατ’ οικονομίαν, την κατ’ ουσίαν και την κατ’ αρμονίαν
λογική της δημιουργίας του, με κάμει δύσπιστο ως προς τις προθέσεις και τα
κίνητρα των δημιουργών του, ή –τέλος πάντων– με κάμει ν’ αμφιβάλλω για το
έλλογο της κρίσης τους!
Έτσι, νερό και ενέργεια δαπανώνται σε
«ιδανικά» απαιτητικά φυτά. Ενώ, σε μια παράλληλη ή επόμενη διαδικασία, κατά
τρόπο αυτοκτονικό, αυτά τα εδάφη πρασίνου απαξιώνονται,
αποδιδόμενα σε χρήσεις «υπέρτερες», οι οποίες –περιέργως– θεωρούνται ότι
μπορούν να συνυπάρξουν και να αρμόσουν με το εναπομείναν πράσινο, έτσι που
τελικά χάνεται διά παντός και μετ’
επικροτήσεως (!) το αγαθό τούτο και οι ωφέλειές του. Προς τι λοιπόν η σπατάληση πόρων για τη διαμόρφωσή του, όταν ο κατά νουν
προορισμός του είναι άλλος;
Γιατί, δηλαδή, ενώ είμαστε
τόσο φειδωλοί και αυστηροί στη δημιουργία χώρων πρασίνου στο άστυ, γινόμαστε ξαφνικά τόσο απερίσκεπτα γαλαντόμοι κατά τη
διαμόρφωσή τους, γεγονός που επισύρει αντίστοιχες υποχρεώσεις για τη συντήρηση
και τη διατήρησή τους; Που τελικά –τις
περισσότερες φορές– κάμει «ασύμφορη»
την όλη προσπάθεια και ακολουθεί η υποβάθμιση, η απαξίωση και η εγκατάλειψη των
χώρων αυτών. Φαίνεται τελικά ότι πίσω από τη «μεγαλειώδη» προσπάθεια
υποκρύπτονται άλλοι σκοποί περιβαλλόμενοι με τον μανδύα της «αξιοποίησης», που
παραπέμπει σε οικονομική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων…
ΘΕΜΑ : «Η συμβολή του ΠΡΑΣΙΝΟΥ στην αντιμετώπιση της ΚΡΙΣΗΣ»
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : Τετάρτη 3-11-2010 και ώρα 09.00 πμ
ΤΟΠΟΣ : Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών (Ι.Δ.Ε.)
(Τέρμα Οδού Αλκμάνος, πίσω από Ξενοδοχείο Crowne
Plaza, Ιλίσια.Είσοδος με όχημα
από Οδό Ούλωφ Πάλμε)
ΦΟΡΕΙΣ ΠΟΥ ΟΡΓΑΝΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ :
1. Πανελλήνια Ένωση Εργοληπτών Γεωπόνων Έργων Πρασίνου (ΠΕΕΓΕΠ)
2. Επιστημονική Εταιρία μη Κερδοσκοπικού Χαρακτήρα «ΓΕΩΠΟΝΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» (ΓτΚ)
3. Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών (Ι.Δ.Ε.)
4. Σύλλογος Αποφοίτων Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΣΑΓΠΑ)
5. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθήνας (ΓΠΑ)
6. Υπερνομαρχία Αθήνας- Πειραιά
7. Σύλλογος Γεωτεχνικών ΟΤΑ
Η ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ:
1. Μιχάλης Στογιάννος, Γεωπόνος Ε.Δ.Ε. (ΠΕΕΓΕΠ)
2. Κώστας Τάτσης, Γεωπόνος Ε.Δ.Ε. (ΠΕΕΓΕΠ)
3. Δρ Σταμάτης Σεκλιζιώτης, Γεωπόνος, Αρχ. Τοπίου («ΓΕΩΠΟΝΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»)
4. Δρ Γιώργος Καρέτσος, Δασολόγος (ΙΔΕ)
5. Δημήτηρης Παπαδήμας, Γεωπόνος (ΟΤΑ)
6. Δρ Δημήτρης Κυριακάκης , Γεωπόνος (ΟΤΑ)
7. Παναγιώτης Παπαδάκης, Γεωπόνος (ΓΕΩΤΕΕ)
8. Μανταλένα Μπαρδουνιώτη, Γεωπόνος (ΙΔΕ)
9. Δρ Χαρά Μεντή, Γεωπόνος (ΟΤΑ)
10. Δρ Ι. Χρονόπουλος, Ομοτ. Καθηγητής ΓΠΑ
11. Γιάννης Σπαντιδάκης, Γεωπόνος, Σύλλογος Αποφοίτων ΓΠΑ
12. Γιώργος Καφρίτσας, Γεωπόνος Ε.Δ.Ε. (ΠΕΕΓΕΠ)
13. Δημήτρης Οικονόμου, Γεωπόνος Ε.Δ.Ε., (ΠΕΕΓΕΠ)
09.00 – 09.20 ΥΠΟΔΟΧΗ
(καφές)
ΕΝΑΡΞΗ – ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ
ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ
1. Δρ Γιώργος Καρέτσος, Δασολόγος (ΙΔΕ)
2. Δρ Ι. Χρονόπουλος, Ομοτ. Καθηγητής ΓΠΑ
3. Δρ Γαβριήλ Ξανθόπουλος , Δασολόγος (ΙΔΕ)
4. Δρ Δημήτρης Κυριακάκης (ΟΤΑ)
5. Γιώργος Καφρίτσας, Γεωπόνος ΠΕΕΓΕΠ)
(09.20 – 09.45) Καλωσόρισμα
από τον Δ/ντή του Ι.Δ.Ε.
Δρα Αναστάσιο Οικονόμου Δασολόγου ΑΠΘ, Τακτικού Ερευνητή και από τους διοργανωτές
Χαιρετισμοί
(Μικρή εισαγωγή στο γιατί γίνεται η ημερίδα – Το Περιεχόμενο και η Σημασία)
ΟΜΙΛΙΕΣ – ΟΜΙΛΗΤΕΣ
1. (9.45 –10.05): «Η ανάπλαση του Αστικού Τοπίου της Αθήνας - και όχι μόνο - είναι τεχνικά εφικτή & οικονομικά ανταποδοτική» (Πρόταση ΠΕΕΓΕΠ) Εισηγητές : Δρ Σταμάτης Λ. Σεκλιζιώτης, Γεωπόνος ΑΠΘ – Αρχιτέκτων Τοπίου (PhD, Birmingham UK) & Λάμπρος Σ Σεκλιζιώτης, Αρχιτέκτων BA (Honors) Oxford & MA London, UK.
Μελετητής και σύμβουλος Παραγωγικών και Ενεργειακών επενδύσεων, Πρόεδρος της Επιτροπής Πρασίνου του ΓΕΩΤΕΕ. ..\PERILIPSEIS HMERIDAS\PerilPrasLysKrisi PpIdeNoe10.doc
3. (10.25 – 10.45): «Η ΠΡΑΣΙΝΗ Ανάπλαση της Αθήνας και
τα κοινωνικά της οφέλη» Εισηγητές : Αριστ. Στρατάκος, Γεωπόνος ΓΠΑ , Ματίνα Σπυράτου (Κοινωνική
Λειτουργός), Δρ Σταμάτης Λ. Σεκλιζιώτης,
Γεωπόνος ΑΠΘ – Αρχιτέκτων Τοπίου (PhD, Birmingham UK)
4. (10.45 – 11.05) «Τα ανταποδοτικά οφέλη από τη χρήση της ιθαγενούς χλωρίδας στο αστικό πράσινο» , Εισηγητές: Δρ Γ. Καρέτσος, Ερευνητής, Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών (ΕΘ.Ι.ΑΓΕ) & Μανταλένα Μπαρδουνιώτη, Γεωπόνος ΓΠΑ – Βιοτεχνολόγος.
5. (11.05 – 11.25) «Το ΠΡΑΣΙΝΟ μια βασική επένδυση για την αντιμετώπιση της κρίσης» Εισηγητής : Ιωάννης Σπαντιδάκης, Γεωπόνος ΓΠΑ ..\PERILIPSEIS HMERIDAS\ΣΠΑΝΤΙΔΑΚΗΣ Παρουσίαση ημεριδας 3-11-10 Περίληψη.doc
6. (11.25 – 11.45) «Πράσινο σημαίνει πολιτισμός. Πράσινες δράσεις στην πόλη» Εισηγητής : Δρ Χαρά Μεντή, Γεωπόνος ΓΠΑ, PhD, Δήμος Κηφισιάς. ..\PERILIPSEIS HMERIDAS\περίληψη μεντη.doc
11.45
- 12.15 Διάλειμμα (snacks, αναψυκτικά)
ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ
1. Δρ Σταμάτης Σεκλιζιώτης, Γεωπόνος, Αρχ. Τοπίου («ΓΕΩΠΟΝΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»)
2. Δρ Χαρά Μεντή, Γεωπόνος (ΟΤΑ)
3. Κώστας Τάτσης, Γεωπόνος Ε.Δ.Ε. (ΠΕΕΓΕΠ
4. Γιώργος Καφρίτσας (ΠΕΕΓΕΠ)
(12.15
– 13.15) ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Τοποθετήσεις, Ερωτήσεις, Απαντήσεις.
(13.15 – 14.00) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ της Ημερίδας και ανοικτή σύνταξη Δελτίο Τύπου για την «Συμβολή του Πρασίνου στην αντιμετώπιση της Κρίσης» εν’ όψει των Αυτοδιοικητικών Εκλογών